Στα πλαίσια των θεατρικών επιβραβεύσεων που πραγματοποίησε το CITY CODE, ο Χάρης Αττώνης επιβραβεύεται στην κατηγορία αγαπημένος ηθοποιός σε ρόλο, με τη χρυσή καρφίτσα “Αμφιθέατρο” σχεδιασμένη από την Φαίη Παπανίκου, για το ρόλο του ως “Κόκκινος Πήτερ” στην θεατρική παράσταση “Ο Πίθηκος του Κάφκα”, σε σκηνοθεσία Άκι Βλουτή.

Μπορεί η επιβράβευση του να μην έγινε με φώτα, ανακοινώσεις και τηλεοπτικά συνεργεία αλλά η αντίδραση του Χάρη στην λιτή και απέρριτη ανακοίνωση μας, ενώ τον είχαμε καλέσει για φωτογράφιση και συνέντευξη χωρίς να γνωρίζει κάτι παραπάνω, ήταν πραγματικά συγκινητική, τουλάχιστον για εμάς.

Να σημειώσω ότι τον Χάρη δεν τον γνωρίζαμε προσωπικά, παρά μόνο μέσα από το θεατρική του πορεία. Αδιαμφισβήτητα ένας ταλαντούχος ηθοποιός-Performer, ευγενής και χαμηλών τόνων.

Πού τοποθετείς χωροχρονικά την απόφασή σου να ασχοληθείς με το θέατρο;

Από μικρός ασχολιόμουν με το τραγούδι στο ωδείο και στη χορωδία του σχολείου αλλά συμμετείχα και σε παραστάσεις μέχρι και το γυμνάσιο. Στο λύκειο όμως η αγάπη μου για το τραγούδι με οδήγησε στη σκέψη να σπουδάσω μουσικό θέατρο γιατί αυτό συνδύαζε όλα αυτά που ήταν για μένα μια δεύτερη, μερικές φορές πιο ευχάριστη, πραγματικότητα.

Φεύγεις στο εξωτερικό για να σπουδάσεις θέατρο-κινηματογράφο. Η επιστροφή σου στην Αθήνα ήταν μια συνειδητή επιλογή ή υπήρξε κάτι άλλο ως αφορμή για να επιστρέψεις; Τι συνάντησες επαγγελματικά με την επιστροφή σου;

Τελειώνοντας τις σπουδές στο Λονδίνο είχα την τύχη να έχω δουλειά στο θέατρο, στο έργο Our Country’s Good του Timberlake Wenterbaker. Δυστυχώς όμως, από τη μία η συσσωρευμένη κούραση από τα 4 χρόνια σπουδών και full-time εργασίας για τα έξοδά μου και από την άλλη προσωπικοί λόγοι όπως μια αγάπη για το καλοκαίρι με έκαναν να θέλω να επιστρέψω στην Ελλάδα, αφήνοντας πίσω μου την παράσταση.

Η επιθυμία μου όμως ήταν να ξαναφύγω έξω για να κάνω ένα μεταπτυχιακό στο μιούζικαλ. Έδωσα εξετάσεις σε διάφορες σχολές σε Αγγλία και Νέα Υόρκη μα δυστυχώς η υποτροφία δεν κάλυπτε καλά-καλά ούτε τα δίδακτρα που ήταν εξωφρενικά κι έτσι αποφάσισα να μείνω στην Ελλάδα και να τελειώσω εδώ μια δραματική σχολή.

Ήδη από πριν μπω στη σχολή, μου πρότειναν δουλειά στο θέατρο μέσα από κάποια σεμινάρια που έκανα και μπαίνοντας στη σχολή, δούλεψα από τον πρώτο χρόνο στην Αντιγόνη, σε σκηνοθεσία Γιώργου Κιμούλη (που ήταν ο διευθυντής της σχολής), Επίδαυρο και περιοδεία σε όλην την Ελλάδα. Και όσο ήμουν στη σχολή δούλεψα ακόμη με τη Σοφία Σπυράτου στους Αχαρνής του Διονύση Σαββόπουλου, στο Βυσσινόκηπο του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας και τελειώνοντας μου προτάθηκε να δουλέψω στη Λυρική ως χορευτής μα τελικά προτίμησα να παραμείνω στο θέατρο μια και είχα ήδη δουλειά. Το ότι τραγουδούσα και χόρευα ήταν πολύ θετικό στο να ξεχωρίσω σε κάποιες μεγάλες οντισιόν κι έτσι και τα πρώτα μου βήματα μετά τη σχολή με οδήγησαν ξανά στην Επίδαυρο, στον Πλούτο σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη αλλά και στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, στην Ειρήνη σε σκηνοθεσία Γιάννη Ιορδανίδη (όπου ένας τραυματισμός από την προηγούμενη δουλειά με ανάγκασε να παραιτηθώ λίγο μετά την έναρξη των προβών, εξωραϊζοντάς με σε μια μάλλον σκοτεινή περίοδο για αρκετά από τα επόμενα χρόνια).

Γενικά, μέχρι τότε, όλα φάνταζαν εύκολα και ρόδινα…

Ποιες οι διαφορές ή και ομοιότητες στον τρόπο εκπαίδευσης στο εξωτερικό από τη δραματική σχολή στην Αθήνα;

Υποθέτω στην Ελλάδα οι δραματικές σχολές διδάσκουν ό,τι αποφασίζει ο διευθυντής της σχολής και οι συνεργάτες του και το περιεχόμενο των μαθημάτων καθορίζεται εν πολλοίς από τους καθηγητές, την πείρα τους και τις γνώσεις τους. Δε νομίζω ότι υπάρχει κάποια κατεύθυνση από το κράτος, κάποια μέθοδος, κάποιες σταθερές που πρέπει να τηρούνται οπότε το τι παίρνει ένας μαθητής βγαίνοντας από τη σχολή είναι σχετικό και εξαρτάται απόλυτα από τη θέλησή του να εξασκήσει τα εκφραστικά του μέσα προσωπικά και να αποκτήσει μια υποκριτική ταυτότητα, μια τεχνική που τόσο υποτιμάται στη χώρα μας χάριν της “ψυχής”.

Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που πήγα στη σχολή του Σύγχρονου Θεάτρου και η βάση των σπουδών ήταν μια συγκεκριμένη μέθοδος σε απόλυτο συνδυασμό με την εξάσκησης της φωνής και του σώματός μας. Όπως μας έλεγε ο ίδιος ο Γιώργος Κιμούλης: “αν ήρθατε εδώ για να παίξετε Άμλετ και Ορέστη από το πρώτο έτος, λάθος σχολή διαλέξατε” και όντως στα περισσότερα μαθήματα δεν κάναμε “σκηνές” μα δουλεύαμε τεχνικές, ενδεχομένως και πάνω σε συγκεκριμένα κείμενα. Αυτό νομίζω μας οδήγησε σε μια συστολή ως προς τις φιλοδοξίες μας μα και συνείδηση στο πώς να προσεγγίζουμε και να σεβόμαστε τον κάθε ρόλο, το κάθε κείμενο.

Ήταν τρία δύσκολα χρόνια μα και απολύτως καθοριστικά. Βέβαια, ο ρόλος τη σχολής, έμαθα μετά είναι πιο πολυσύνθετος από όσο νόμιζα. Τι επαφές κάνεις, τι προοπτικές σου ανοίγονται για να ξεκινήσεις να δουλεύεις. Κι αυτό, όπως είναι λογικό, σε μερικές σχολές, όπως στο Εθνικό και το Τέχνης λειτουργεί πολύ καλύτερα από ό,τι σε κάποιες άλλες.

Στην Αγγλία, τα πάντα φωνάζουν “ξέρουμε θέατρο”. Στα 18 μου βρέθηκα ανάμεσα σε συμφοιτητές μου που ήταν ήδη ολοκληρωμένοι performer. Χόρευαν, τραγουδούσαν, έπαιζαν εξαιρετικά από μικροί γιατί αυτό είναι μέρος της κουλτούρας τους – τα αγόρια στο σχολείο δεν παίζουν μόνο μπάλα και μπαλέτο δεν κάνουν μόνο τα κορίτσια. Ίσως ήταν και η ανάγκη μου να εγκλιματιστώ, το δέος μου απέναντι σε έναν ξένο πολιτισμό μα σίγουρα ένιωθα πολύ “μικρός”, διαρκώς σκόνταφτα στις αδυναμίες μου, ερχόμουν αντιμέτωπος με τις ανασφάλειές μου και η επιλογή ήταν ή να προσπαθήσω κι άλλο ή να εγκαταλείψω.

Εκεί λοιπόν έμαθα ότι η ζωή στο θέατρο δεν είναι εύκολη, είναι σκληρή, μια διαρκής πάλη με τον εαυτό σου διαρκώς να τον βελτιώνεις, διαρκώς να τον ξεπερνάς. Έτσι έμαθα να αγαπώ το θέατρο. Μέσα από την αυτοβελτίωση, το σεβασμό στον εαυτό σου και σε αυτούς που το επικοινωνείς.

Τι σε λυπεί σε σχέση με το θέατρο σήμερα; Πώς αισθάνεσαι όταν καλές παραστάσεις αναγκάζονται να κατέβουν λόγω μη προσέλευσης κοινού; Τι είναι εκείνο που πιστεύεις ότι πρέπει να αλλάξει στη γενικότερη νοοτροπία των θεατών;

Αυτό ακριβώς που λες, με λυπεί. Ότι τα πάντα εξαρτώνται από την προσέλευση των θεατών. Και μοιραία ο αριθμός των θεατών είναι πεπερασμένος. Με τόσες παραστάσεις που ανεβαίνουν στην Αθήνα, είναι δύσκολο ο κόσμος να τις “ανακαλύψει” και να τις προλάβει όλες. Για αυτό, όσες ακούγονται περισσότερο, είτε γιατί είναι όντως πολύ καλές είτε γιατί η επικοινωνία τους κάνει πολύ καλή δουλειά έχουν το προβάδισμα.

Νομίζω ότι τα πάντα ξεκινούν από την παιδεία μας. Ναι, δε λέω κάτι καινούργιο και αυτό ισχύει για όλα. Όμως, στη χώρα που γέννησε το θέατρο είναι αδιανόητο αυτό να μη διδάσκεται πιο ουσιαστικά στο σχολείο, να μην αποτελεί μέρος της καθημερινότητας των μαθητών όπως τα μαθηματικά, τα θρησκευτικά και η οικιακή οικονομία (!).

Οι θεατές, αναπόφευκτα καθοδηγούνται από τη μόδα, από τα όσα ακούνε, από το ποιος πουλάει κάθε εποχή αλλά ευτυχώς υπάρχει και αυτή η μερίδα θεατών που ψάχνει λίγο περισσότερο, ανακαλύπτει, δοκιμάζει και επιθυμεί να παρακολουθεί αυτά που συμβαίνουν και στις λιγότερες φωτισμένες σκηνές αυτής της πόλης.

Αν σου λέγαμε να γύριζες τον χρόνο πίσω, θα άλλαζες κάτι;

Με την εμπειρία που κουβαλάω τώρα σαφώς θα άλλαζα πολλά πράγματα στο παρελθόν που όταν συνέβαιναν τα αξιολογούσα διαφορετικά. Σε μία γενικότερη εικόνα, θα άλλαζα ίσως το πώς πάντα συνέδεα το θέατρο με τη ζωή μου, πώς δε διεκδικούσα πάντα αυτό που μου αναλογούσε, πόσο ρομαντικά αντιμετώπιζα ό,τι αγαπούσα και πόσο δεν αποδέχτηκα ποτέ τη μοναξιά μου, ποτέ δεν την αγκάλιασα. Αλλά φοβάμαι ότι ακόμα και αν τα άλλαζα όλα αυτά δε θα απομακρυνόμουν πολύ μια και η φύση μου πάλι σε αυτά θα με κατεύθυνε.

Ποιο είναι το σπουδαιότερο μάθημα που έχεις πάρει μέχρι τώρα;

Πώς όταν θέλεις κάτι πάρα πολύ, πρέπει να το κυνηγήσεις και μετά να το αφήσεις κι αν σε θέλει κι αυτό πολύ θα έρθει να σε βρει και θα πέσει στην αγκαλιά σου μέχρι να το βάλει πάλι στα πόδια. Για να σοβαρευτούμε, δε θα ξεχάσω ποτέ ένα κόμικ που είχε σχεδιάσει ένα αγαπημένο μου πρόσωπο, εξιστορώντας τη σχέση μας για να μου εξομολογηθεί τον έρωτά του. Εκεί μέσα λοιπόν, σε μια στιγμή σύγκρουσης έγραφε: “Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα πόσο δύσκολο ήταν να κοιτάζεις κάποιον στα μάτια”. Με έναν τόσο απλό και ποιητικό τρόπο έμαθα πως τα βλέμματα μπορεί συχνά να διασταυρώνονται μα πόσο δύσκολο να συναντώνται.

Η τηλεοπτική σειρά στην οποία συμμετείχες υπήρξε αφορμή για να σου ανοίξει και ένας άλλος δρόμος· ενδεχομένως να σε εμπιστευτούν ή να σε γνωρίσουν και άλλοι άνθρωποι που προφανώς δεν σε γνώριζαν μέχρι εκείνη τη στιγμή. Πώς λειτούργησε στα θεατρικά σου βήματα;

Σίγουρα η τηλεόραση βοήθησε να με μάθει περισσότερος κόσμος και τα μηνύματα αγάπης που παίρνω μέχρι και σήμερα είναι συγκινητικά. Όμως δεν είμαι σίγουρος κατά πόσο επιδραστικά λειτούργησε στα θεατρικά μου βήματα μια και ήταν μια μάλλον “αφανής” δουλειά και απευθύνθηκε σε ένα συγκεκριμένο κοινό που έτσι κι αλλιώς δε βλέπει τηλεόραση και ψάχνεται λίγο περισσότερο στο θέατρο.

Το πρότζεκτ ξεκίνησε πολύ προσωπικά, από τον πιλότο που φτιάξαμε μέχρι και την πραγματοποίηση της σειράς και έγινε με πολλή αγάπη. Δεν υπήρξε όμως ιδιαίτερη προβολή τόσο από το ίδιο το κανάλι όσο και από άλλα μέσα, κάτι που εμένα βεβαίως δε με ενόχλησε μια και αυτού του είδους η προβολή δε με αφορά και ενδεχομένως οι δουλειές που θα μου έφερνε θεατρικά επίσης ενδέχεται να μη με αφορούσαν. Χάρηκα, όμως, γιατί κάναμε μια τηλεοπτική “αναρχεία” σε χαλεπούς καιρούς.

Καθώς η υλική αμοιβή ενός ηθοποιού πολλές φορές είναι από μικρή έως ανύπαρκτη, ποιες οι ηθικές ανταμοιβές που εισέπραξες;

Πολλές και τις περισσότερες φορές έχουν να κάνουν με τον κόσμο. Η αντίδραση των θεατών όταν βλέπουν μια παράστασή σου, η ανάγκη τους να έρθουν να σου μιλήσουν μετά, η γενναιοδωρία τους, τα μηνύματα αγάπης και το ότι τελικά, παράσταση την παράσταση νιώθεις ότι απευθύνεσαι σε μια μεγάλη παρέα, σε ένα σύνολο ανθρώπων που σας ενώνει η αγάπη σας για το θέατρο.

Παράλληλα το πώς η κάθε η δουλειά προκύπτει σαν αποτέλεσμα των προηγούμενων, η εμπιστοσύνη που μπορεί να σου δείχνουν οι νέοι συνεργάτες σου, ένας ανοιχτός διάλογος που εξελίσσεται και σε εξελίσσει. Και σε αυτό το κομμάτι νιώθω ότι έχω υπάρξει πολύ τυχερός. Το ότι έχω την πολυτέλεια να επιλέγω, μέχρι ένα μεγάλο βαθμό, τις δουλειές μου. Τα έργα, τους συνεργάτες, να πειραματίζομαι, να κρατώ αποστάσεις.

Ίσως να μην ήταν τόσο εύκολο αν δεν είχα την πρωινή μου δουλειά που είναι άσχετη από το θέατρο και που συχνά είναι η μόνη που με βιοπορίζει. Ίσως κάποιες φορές να με στεναχωρεί που δεν έχω συνεργαστεί με πολλούς από τους μεγάλους σκηνοθέτες που εκτιμώ, σε χώρους που πληρώνουν και αντιμετωπίζουν τους ηθοποιούς επαγγελματικά και με σεβασμό, μα για αυτό δεν μπορώ να κάνω κάτι εγώ.

Παλεύω με τα όπλα που διαθέτω, είμαι εκεί, υπάρχω και δημιουργώ και με τον τρόπο μου προσθέτω ένα ελάχιστο λιθαράκι σε αυτό που για μένα θα παραμένει η μεγαλύτερη αγάπη μου, το θέατρο. Και κάθε φορά που κάποιος άγνωστος στο δρόμο με σταματάει και μου λέει “είχα δει εκείνη την παράστασή σου, είναι η αγαπημένη μου”, αυτό είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή μου.

Η τελευταία παράστασή σου «Ο Πίθηκος του Κάφκα» αναφέρεται σε έναν πίθηκο που φυλακίστηκε και η μόνη του λύση για να σωθεί από το ανθρώπινο είδος ήταν να εξανθρωπιστεί ο ίδιος προκειμένου να του δοθεί η ελευθερία του. Πώς λειτουργεί το κείμενο του Κόλιν Τίβαν στο σήμερα; Είναι μια ειρωνική τοποθέτηση στο ότι ο εξανθρωπισμός οποιουδήποτε έμβιου όντος δεν σημαίνει και «ελευθερία» με την ουσιαστική έννοια;

Όντως, το κείμενο του Κάφκα “Αναφορά σε μια ακαδημία” αλλά και ο ίδιος “Ο Πίθηκος του Κάφκα” που βασίζεται σε αυτό, είναι μια ωδή στην ανάγκη για ελευθερία, για μια διέξοδο προς μια άγνωστη, άρα και ελκυστική κατεύθυνση. Ένα διαρκές ερώτημα για το αν υπάρχει πραγματική διέξοδος από κάθε μορφή εγκλωβισμού ή αν η ίδια η έννοια της ελευθερίας δεν είναι παρά μια ουτοπία. Πρόκειται για ένα βαθιά υπαρξιακό έργο, τόσο σκληρό και σκοτεινό που σου θυμίζει διαρκώς ότι τίποτα στη ζωή μας δεν είναι αυτονόητο κι η ουσιαστική έννοια της ελευθερίας έχει να κάνει με το πώς οι ίδιοι την προσδιορίζουμε ενώ παράλληλα το κάθε έμβιο ον μπορεί να είναι ο λυτρωτής ή ο δεσμοφύλακας των άλλων ή του ίδιου του εαυτού του.

Πώς βίωσες το ότι τον αναγκάζουν να αποκτήσει μία άλλη μορφή, να μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο, προκειμένου να σωθεί;

Το βίωσα κυριολεκτικά, μια και εγώ προσπάθησα να μεταμορφωθώ σε κάτι άλλο, να μελετήσω την κίνηση των πιθήκων και να αγκαλιάσω τη συμπεριφορά τους, τις φωνές τους, τις αντιδράσεις τους, να γίνω ένα με όλα αυτά. Και πρόβα την πρόβα, μελετώντας όλο και περισσότερο το κείμενο, ερχόμουν αντιμέτωπος με την τραγικότητα αυτού του πλάσματος, αυτής της συνθήκης. Πώς είναι δυνατόν να μη χωράμε στο σώμα μας, πώς είναι δυνατόν η διαφορετικότητά μας να στέκεται εμπόδιο στην ίδια την ελευθερία μας, ποιος είναι αυτός που καθορίζει τι είναι κανονικό και τι όχι, τι είναι άξιο ελευθερίας και τι όχι, τι είναι άξιο ζωής, δημιουργίας, αναπνοής, αγάπης και στοργής.

Γιατί η κοινωνία προσπαθεί να αλλάξει τους ανθρώπους αντί να δεχτεί τη διαφορετικότητά τους;

Φοβάμαι ότι δεν έχω απάντηση για αυτό. Είναι κάτι που με προβληματίζει, με θυμώνει, με φέρνει σε αδιέξοδο από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Γιατί τέτοιο μίσος για τον άλλον, γιατί όλα φιλτράρονται μέσα από το προσωπικό μας, μικρό, εγωιστικό σύμπαν και οτιδήποτε ξεφεύγει αυτόματα κατακρίνεται, απομακρύνεται, εξοντώνεται; Ο κόσμος είναι φτιαγμένος με ποικιλία και αρμονία, ισορροπία και αντίθεση, δύναμη και τρυφερότητα, φως και σκοτάδι – όλα άρρητα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Δεν ξέρω πώς μερικοί άνθρωποι από όλα αυτά κρατάνε μόνο το σκοτάδι.

Τελικά ο εξανθρωπισμός του Κόκκινου Πήτερ τον κάνει ελεύθερο ή απλώς του δίνει το δικαίωμα για να ζήσει αλλά με περιορισμένες ελευθερίες, όπως συμβαίνει και στην ανθρωπότητα;

Ζει και δε ζει, υπάρχει και δεν υπάρχει, σκέφτεται και δε σκέφτεται – κινείται σαν σκιά, διασκεδάζει τους ανθρώπους ως ηθοποιός του βαριετέ, προσπαθεί να διασκεδάσει τον εαυτό του. Συνειδητοποιεί όμως διαρκώς τη θέση του, το φρικιό που έχει καταντήσει. Ωστόσο, κάτω από τις δεδομένες συνθήκες βγήκε νικητής, δεν υποτάχθηκε στη μοίρα του, την πήρε στα χέρια του και την άλλαξε. Κατάφερε το αδύνατο. Και αυτό για μένα είναι ένα σημάδι αισιοδοξίας. Το να μην εγκαταλείπεις, να μην προδίδεις τον εαυτό σου. Να παραμένεις μαχητής. Κι αυτό νομίζω είναι ένα καλό μάθημα για την ανθρωπότητα.

Καθημερινά υπάρχουν περιστατικά κακοποίησης της έμβιας ζωής, καταστροφή της φύσης, αλλά και υποτίμηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Τι απαντάς σε εκείνους που ενώ μένουν άπραγοι κουνούν το δάχτυλο στους άλλους;

Αυτό που με θλίβει είναι ότι ενώ όλοι μας είμαστε φτιαγμένοι από τα ίδια υλικά, φαίνεται να μη μας αφορά. Νομίζω έχουμε απομακρυνθεί τόσο από την ουσία των πραγμάτων, από την πνευματική προσέγγιση και θεώρηση του κόσμου, που ο υλιστικός τρόπος ζωής δε μας επιτρέπει να αισθανθούμε, να συγκινηθούμε, να ανατριχιάσουμε με τα θαύματα που συμβαίνουν καθημερινά γύρω μας, την κάθε μορφή ζωής. Δε θα κουνήσω κι εγώ το δάχτυλο σε αυτούς που κουνούν το δάχτυλο, θα πω μόνο πως ο πλανήτης είναι τόσο μεγάλος που μας χωράει όλους και τόσο μικρός που θα έπρεπε να μας έφερνε πραγματικά πιο κοντά.

Ποιο ήταν το πιο δύσκολο σημείο του ρόλου, εκεί που ξεδιπλώνεται μια κρυφή πλευρά του Χάρη μέσω του Κόκκινου Πήτερ;

Σε πολλά σημεία ένιωθα ότι ο Κόκκινος Πήτερ μιλάει στην ψυχή μου μα σίγουρα το πιο κοντινό ήταν αυτό που έλεγε για την αφόρητη μοναξιά του. Μετεωριζόμενος μεταξύ της ανθρώπινης και της πιθηκίσιας φύσης του, δεν ένιωθε καλά ούτε με τους ανθρώπους ούτε με τους πιθήκους. Η ανθρώπινη μυρωδιά του φαινόταν τόσο αποκρουστική ενώ κοιτάζοντας στα μάτια των άλλων χιμπατζήδων έβλεπε μόνο το κτήνος. Κι έτσι κάθε βράδυ κατέληγε σπίτι μόνος του. Αυτό το παιχνίδι της μοναξιάς, της αμφιταλάντευσης ανάμεσα στο μαζί και το μόνος είναι και για μένα το πιο ευαίσθητο σημείο μου.

Πόσο σε επηρεάζουν οι ρόλοι που έχεις υποδυθεί στη μετέπειτα πορεία της ζωής σου;

Κάθε ρόλος είναι μια σπουδή, μια μελέτη στον ψυχισμό ενός χαρακτήρα, κάθε έργο ένα διδακτορικό πάνω σε μια συγκεκριμένη εποχή, ένα δεδομένο προβληματισμό και σίγουρα μια θεώρηση για τη ζωή και τις πτυχές της. Μοιραία λοιπόν μετά από κάθε παράσταση βγαίνω λίγο αλλαγμένος, λίγο πιο ώριμος, λίγο πιο κοντά στην κατάκτηση του αγνώστου. Συχνά μιλάω με τα λόγια τους, συχνά νιώθω όπως αυτοί, είναι σαν φίλοι καλοί που είναι κάπου εκεί δίπλα μου, μέσα μου που με συντροφεύουν και μου προσφέρουν μια βαθιά σοφία και γνώση για τη ζωή, για το ότι τα πάντα περνάνε, τα πάντα θεραπεύονται ή απλώς τελειώνουν. Και πρέπει να το αποδεχτούμε.

Σκέφτεστε η παράσταση να επανέλθει σε κάποια αθηναϊκή σκηνή;

Η παράσταση, για μένα, δεν έχει τελειώσει. Σταματήσαμε για δύο βδομάδες, όπως ήταν ήδη συμφωνημένο, γιατί έπαιζα στο “Από τα ψηλά στα χαμηλά – ένας δολοφόνος στο Τόκυο” στη Στέγη και η πρόθεση ήταν να συνεχίσουμε αμέσως μετά. Δυστυχώς, λόγω κάποιον προβλημάτων στο θέατρο, βρισκόμαστε ακόμα σε αναμονή. Για μένα η παράσταση δεν έχει κάνει τον κύκλο της και πολύς είναι και ο κόσμος που δεν πρόλαβε να την δει γιατί πίστευε θα συνεχιστεί μετά τα Χριστούγεννα. Ελπίζω σύντομα να έχω μια σαφή εικόνα και ο Πίθηκος να ξαναβγεί από το κλουβί του.

Τα επόμενα σου επαγγελματικά σχέδια;

Θα πω το κλασικό “δεν είναι ακόμα ανακοινώσιμα” μα δυστυχώς ισχύει. Όλα αφορούν την επόμενη σεζόν, από το Σεπτέμβριο και μετά. Μια ταινία και κάποιες δουλειές στο θέατρο. Αυτήν την περίοδο συζητάω, διαβάζω έργα, σκέφτομαι, ονειρεύομαι και έχω την επιθυμία να συνεχίσω να δημιουργώ. Και χαίρομαι που όσο δύσκολες κι αν είναι οι συνθήκες, αυτό δεν αλλάζει ποτέ.

Στις επιβραβεύσεις του CITY CODE η πρώτη επιλογή των προτεινόμενων ηθοποιών έγινε από ανθρώπους της τέχνης. Πώς αισθάνεσαι που συνάδελφοί σου σε πρότειναν αλλά και για το ότι τελικά βγήκες πρώτος στην ψηφοφορία του αναγνωστικού κοινού για τον ρόλο σου στον «Πίθηκο του Κάφκα»;

Είναι η δεύτερη φορά που κερδίζω βραβείο κοινού – η πρώτη ήταν πάλι για μονόλογο, το “I Am My Own Wife” σε αντίστοιχη ψηφοφορία της Athens Voice και ομολογώ πως η συγκίνηση ήταν τεράστια. Ακριβώς γιατί ψήφισε ο κόσμος, μα και επειδή η αρχική επιλογή έγινε από ανθρώπους του θεάτρου που με τίμησαν και με πρότειναν. Είναι μια πολύ όμορφη επιβράβευση της δουλειάς μας γιατί ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για τον αντίκτυπο αυτού που κάνεις, ειδικά για τον Πίθηκο του Κάφκα που δεν πρόλαβε να κλείσει ένα μεγάλο κύκλο παραστάσεων.

Είμαι ευγνώμων τόσο σε όσους με πρότειναν και με ψήφισαν μα και στο ίδιο το City Code Magazine που διοργάνωσε αυτές τις επιβραβεύσεις μα κυρίως για τον τόσο ανθρώπινο και υπέροχο τρόπο που μου το αποκάλυψε. Μου ανανέωσε τη διάθεσή και με ενδυνάμωσε για όσα θέλω και ονειρεύομαι να κάνω στη συνέχεια.

Η χρυσή καρφίτσα “Αμφιθέατρο” σχεδιάστηκε από την Φαίη Παπανίκου, αποκλειστικά για τις Θεατρικές Επιβραβεύσεις. Για περισσότερα σχέδια κάντε κλικ εδώ.