της Κάτιας Κισσονέργη

Ο Μανώλης είδε από μακριά το φανάρι και πάτησε το γκάζι για να προλάβει εκείνο το αβέβαιο πορτοκαλί που του καλλιεργούσε την οδηγική ανασφάλεια που μισούσε. Να σταματούσε ήσυχα και να είναι ο μαλάκας που σέρνεται ή να περνούσε στο τσάκα και να είναι ο μαλάκας που βιάζεται; Αυτός, ήταν ένας προβληματισμός που σχεδόν κάθε πρωί τον μοιραζόταν με πάνω από ένα εκατομμύριο φρακαρισμένους οδηγούς , στους δρόμους της Αθήνας. Με την άκρη του ματιού του, έριξε μια ματιά στο κινητό του, πάνω στο ταμπλό. Όχι ότι αν είχε χτυπήσει δεν θα το άκουγε, αλλά να… Όχι ότι το πίστευε δηλαδή… Αλλά για όλους έρχεται η ώρα εκείνης της κρυφής και ανείπωτης σκέψης, ότι το τηλέφωνο που περιμένεις θα χτυπήσει όταν κοιτάξεις την συσκευή. Κάτι σαν αστικός, μεταφυσικός μύθος.

 Κόκκινο. Βαθύ, εκνευριστικό και ανυπόμονο. Ο δημοσιογράφος του ραδιοφωνικού σταθμού έκανε τον εξυπνάκια σε έναν δημοτικό σύμβουλο … Στην επόμενη συχνότητα, ένα σούπερ μάρκετ είχε προσφορά 5κιλο μαλακτικό για ρούχα … Στον προεπιλεγμένο σταθμό, ο Μπομπ Μάρλει τζαμάριζε εξηγώντας ότι πυροβόλησε τον σερίφη, αλλά δεν πυροβόλησε τον βοηθό του. Μια χαρά επιλογή για να ανάψει το τσιγάρο του χαζεύοντας τον κύριο στο διπλανό, μπλε φιατάκι, να σκαλίζει την μύτη του , εντελώς αποχαυνωμένος. Ο Μανώλης πήρε αηδιασμένος το βλέμμα του από εκείνη την βασανισμένη μύτη και το έστρεψε λίγο πιο μπροστά , όπου ένα 6χρονο αγοράκι έκλεγε γοερά, με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι του σχολικού και το ορθάνοικτο στόμα του γεμάτο μισοαλεσμένο κρουασάν σοκολάτα .

 Το κλάμα του μικρού αγοριού δεν ακουγόταν, ωστόσο, ο ήχος του κομπρεσέρ που δούλευε στο σκάμμα του αντίθετου ρεύματος, έμοιαζε να ταιριάζει με το νόημα της άγνωστης αιτίας του κλάματος. Ήταν έτοιμος να σκεφτεί τα χειρότερα , όταν ο ενοχλητικός θόρυβος μιας εντούρο μηχανής από δεξιά του, του τράβηξε την προσοχή. Η μηχανή στριμώχτηκε μεταξύ του αυτοκινήτου και του πεζοδρομίου. Ο Μανώλης έκοψε διακριτικά το τιμόνι του αριστερά , για να δώσει χώρο στον αναβάτη να ελιχθεί. Ο συνεπιβάτης της μηχανής άπλωσε το χέρι του μέσα στο αυτοκίνητο και άρπαξε από το ταμπλό το κινητό του Μανώλη, που έβλεπε την σκηνή να εκτυλίσσεται, χωρίς να προλαβαίνουν οι εγκεφαλικές του συνάψεις να μεταφέρουν την πληροφορία στα κεντρικά. Οι πρωινή του βιορυθμοί απείχαν από την εγρήγορση τρεις εσπρέσο σκέτους και έναν φρέντο- καπουτσίνο, μέτριο. Οι 3 από τις 12 άτοκες, μηνιαίες δώσεις του κινητού, μόλις είχαν στρίψει δεξιά με κόκκινο, και απομακρύνονταν από την τσέπη του με 200 χιλιόμετρα την ώρα. Έμεινε άφωνος. Όχι, δεν μπορεί να είχε συμβεί αυτό! Εξακολουθούσε να βλέπει την κινούμενη κουκίδα να χάνεται στο βάθος του δρόμου , παίρνοντας από κοντά του κάθε ελπίδα να τον πάρει τηλέφωνο η μεταφυσική του αγωνία.

 Από την σκέψη του τον έβγαλε ένας αιφνίδιος γδούπος στο παρπρίζ. Κοίταξε μπροστά του τρομαγμένος και είδε ένα καφέ- γκρι ζουμί, να απλώνεται στο πεντακάθαρο κρύσταλλο. Το σκούρο πρόσωπο του Πακιστανού του χαμογέλασε. Εκεί ήταν που κατάλαβε πόσο λάθος είναι αυτό που λένε, ότι ένα χαμογελαστό πρόσωπο μπορεί να σου φτιάξει τη μέρα. Το συγκεκριμένο χαμογελαστό πρόσωπο θα το πατούσε, αμέσως μόλις σκούπιζε τα λασπόνερα που είχε απλώσει αυτοβούλως.

 Ήταν η στιγμή που θα άνοιγε το στόμα του να πει τα πρώτα μπινελίκια της ημέρας, όταν συντονίστηκε με ένα επαναλαμβανόμενο «Κύριε! Κύριε!» . Ο Μανώλης γύρισε προς το μπλε φιατάκι . Είδε έναν άντρα να του προτείνει το κινητό του.

 «Ορίστε! Πάρτε την εταιρεία να ζητήσετε φραγή. Αυτοί μπορεί να σας χρεώσουν και να ψάχνεστε!»

 Ο άντρας ήταν καλοσυνάτος και πρόθυμος να βοηθήσει την κατάσταση. Κρατούσε το κινητό με το ίδιο χέρι που προηγούμενος ο δείκτης του συναντούσε το ιγμόρειο. Λεπτομέρειες! Τίποτα δεν μπορούσε να είναι χειρότερο από το ενδεχόμενο να τηλεφωνήσει η Χρύσα και να μην της απαντήσει. Για να καλύψει τις βρωμιές του, έπρεπε να πιάσει κάτι βρώμικο. Σε αυτό, το σύμπαν ήταν σαφές και ανταποδοτικό. Πήρε το κινητό από το χέρι του άγνωστου άντρα με την καθαρή μύτη, ψελλίζοντας κάτι σαν: «Ευχαριστώ!».

 Στο Αγλαΐα Κυριακού , στο παίδων, το μεγάλο ρολόι του ορόφου , έδειχνε 07:15. Μέσα στην ευρύχωρη τσάντα της Χρύσας, άρχισε να χτυπά το κινητό. Ένα τραγούδι για απελπισμένους έρωτες , βαριά τραύματα και τραγικά δράματα , προσπαθούσε απεγνωσμένα να ακουστεί. Θαμμένο κάτω από πάνες, ζιπουνάκια, μπιμπερό, κλειδιά, πιπίλες, ένα κλάμερ μαλλιών, πορτοφόλι, τσίχλες, ντεπόν, ταμπόν, ποπ κορν, σάμαλι… Το κινητό δοκίμαζε τα νεύρα της Χρύσας , καθώς άυπνα κουρέλια μπαμπάδων και μαμάδων καρφώνονταν πάνω της με την ελπίδα ότι θα το βρει, δίνοντας τέλος στον εκνευρισμό τους. Το μωρό που είχε καταπιεί ένα τουβλάκι Lego , από την συλλογή του, της χαμογέλασε αποκαλύπτοντας τα τέσσερα δόντια του χαρούμενο. Το δικό της μωρό, είχε καταπιεί έναν συνδετήρα και βρισκόταν ήδη στο ακτινολογικό για να δουν την ακριβή του θέση. Ήταν ένα πρωινό που πολλά μωρά δοκίμασαν την εναλλακτική διατροφή.

 Κοίταξε την οθόνη και είδε ένα άγνωστο νούμερο. Αν δεν ήταν από την τράπεζα, τότε θα ήταν από την εταιρία για τα κοινόχρηστα. Πάτησε το αθόρυβο και άφησε την κλήση να προωθείται. Παραδέχτηκε πως έλπιζε να ήταν ο Μανώλης. Αυτή η ελπίδα της, σήκωνε τόνους ενοχής! Ποια μάνα θα είχε μυαλό να σκέφτεται τον εραστή της , την ώρα που το μωρό της είχε καταπιεί έναν συνδετήρα; Μόνο μια αδιάφορη μάνα! Μια ανάξια μάνα! Τέτοια μάνα ήταν; Δεν θα το μάθαινε ποτέ. Ποτέ δεν θα έλεγε σε κανέναν ότι εκείνο το πρωινό της εναλλακτικής διατροφής, εκείνη σκεφτόταν πως ήταν λάθος της να κλείσει το τηλέφωνο στα μούτρα του Μανώλη. Δεν το ήθελε, αλλά της ήταν αδύνατον να πιστέψει ότι βρισκόταν εκτός Αθηνών . Ήταν σίγουρη ότι την απέφευγε και την τρέλαινε με τα ψέματά του. Τον απείλησε ότι θα τηλεφωνήσει στην γυναίκα του και θα την ρωτήσει που είναι. Το να έχει σχέση με τον άντρα της φίλης της, είχε και μία θετική πλευρά. Αυτό του είχε ουρλιάξει όταν του έκλεινε το τηλέφωνο πριν λίγη ώρα. Μετάνιωνε πικρά που δεν του είχε εξηγήσει ότι ήταν ταραγμένη επειδή βρισκόταν με το παιδί στο νοσοκομείο. Ήταν και εκείνο το κομπρεσέρ που δεν την άφηνε να τον ακούσει καθαρά και την εκνεύριζε περισσότερο. Γι’ αυτό δεν του απάντησε στις απανωτές φορές που την πήρε πίσω. Αποφάσισε να του στείλει ένα μήνυμα , ως προπομπό συγνώμης, και να του τηλεφωνήσει όταν θα ήξερε σίγουρα ότι ο συνδετήρας ταξιδεύει ασφαλώς, από το εντερικό σύστημα προς την πάνα.

 Ο Τάσος ενημέρωνε την «άκρη» του για το καινούργιο κομμάτι που είχαν βουτήξει μερικά λεπτά πριν. Δίπλα του, ο Πέτρος έπαιζε με το μενού του ολοκαίνουργιου iphone, μέχρι που είδε ένα μήνυμα στα εισερχόμενα και το άνοιξε με την χαρά της ασφαλούς παραβίασης προσωπικών δεδομένων: «Σου ζητώ συγνώμη Μανώλη μου. Αν είναι κάποιος που δεν θα ήθελε να μάθει η Φανή για την σχέση μας, τότε αυτή είμαι εγώ. Δεν ξέρεις ότι για όλους, η φίλη θα φταίει πάντα; Αφού μου λες ότι είσαι εκτός Αθηνών, σε πιστεύω. Είμαι στων παίδων με το μωρό. Κατάπιε συνδετήρα. Μόλις ξεμπερδέψω θα σε πάρω εγώ, γιατί είναι και ο Στάθης μαζί μου. Σε αγαπώ»

 Ο Τάσος έκλεισε το τηλέφωνο οργισμένος με τον συνομιλητή του και το χαμόγελο στο πρόσωπο του Πέτρου, δεν βοηθούσε την κατάσταση.

 «Τι γελάς ρε; Δεν το σκοτώνω! Θα βρούμε να το δώσουμε αλλού!»

 «Δεν γελάω μαζί σου. Με το φλωράκι που μου θέλει και iphone γελάω. Τον λένε Μανώλη και είναι παντρεμένος με μια Φανή, που έχει φίλη μια Χρύσα και της πηδάει τον άντρα»

 Ο Τάσος κοίταξε τον Πέτρο στραβά, «Πας καλά ρε; Πλάκα μου κάνεις;»

 Ο Πέτρος του έδειξε το μήνυμα, «Να! Διάβασε!» και συνέχεσαι γελώντας πονηρά, «Αυτήν την λένε Χρύσα. Άμα ψάξω στις επαφές, σίγουρα θα έχει το τηλέφωνο της γυναίκας του. Φαντάζεσαι να πάρω αυτή τη Φανή και να της πω ότι ο άντρας της τα έχει με την φίλη της την Χρύσα, που αυτή τη στιγμή είναι στων παίδων με το παιδί της και τον άντρα της ;»

 Ο Πέτρος άρχισε να γελάει σατανικά και ο Τάσος του άρπαξε το κινητό αγανακτισμένος.

 «Και γιατί να το κάνεις αυτό ρε μαλάκα;»

 «Επειδή μπορώ», σήκωσε τους ώμους του αδιάφορα και ρούφηξε λίγο από το φραπέ του. «Είδες τζιπάρα που είχε ο σκατόφλωρος; Δηλαδή αυτόν τον αγαπάει το σύμπαν επειδή είναι καλός; Μην τρελαθούμε…»

 «Και τι μας νοιάζει εμάς;»

 «Όχι, αλλά δεν μπορώ να ακούω άλλο αυτές τις παπάτζες ότι το σύμπαν ξέρει και τέτοια… Ο τύπος απατάει την γυναίκα του και λέει και ψέματα στην γκόμενα ότι είναι εκτός Αθηνών! Που είναι η συμπαντική δικαιοσύνη; »

 «Και τι θέλεις τώρα; Να παραστήσεις το σύμπαν;»

 Ο Πέτρος κοίταξε τον Τάσο με την αινιγματικότητα της Τζοκόντα.

 Ο κύριος από το μπλε φιατάκι στεκόταν στην νησίδα, κάτω από το φανάρι, ξύνοντας την μύτη του ανέμελα. Εκείνος και ο Μανώλης, είχαν βάλει τα αλάρμ και είχαν σταθμεύσει στην άκρη του δρόμου , μέχρι ο Μανώλης να κάνει τα απαραίτητα τηλεφωνήματα. Υποπτεύτηκε ότι η Χρύσα δεν το σήκωνε σε άγνωστο αριθμό και περιμένοντας στην γραμμή εξυπηρέτησης της κινητής τηλεφωνίας, για να κανονίσει την φραγή, άρχισε να μουρμουράει βρίζοντας την τύχη του , την γκαντεμιά του και το σύμπαν.

Ο κύριος από το μπλε φιατάκι , πήρε μία σοβαρή έκφραση και απομάκρυνε το χέρι του από το πολύπαθο ρουθούνι του. Για κάποιο λόγο, ο Μανώλης κατάλαβε ότι είχε να πει κάτι πολύ σοβαρό και τον κοίταξε στα μάτια.

 «Ποτέ μην βρίζετε την τύχη σας! Το σύμπαν ανταποκρίνεται, δεν το ξέρετε αυτό;»

 Ο Μανώλης κατάπιε πολλές βρισιές για να παραμείνει ευγενικός με τον άντρα που είχε προθυμοποιηθεί να τον βοηθήσει.

 «Τι άλλο να κάνει το σύμπαν φίλε μου; Μου έκλεψαν καινούργιο κινητό πρωί-πρωί , χωρίς να έχω πειράξει άνθρωπο! Πλάκα μου κάνεις;»

 Η Φανή είχε κατεβάσει τις κουρτίνες , τα κάδρα και τα φωτιστικά. Η Λουντμίλα , η οικιακή βοηθός, μπαίνοντας στο σπίτι είχε κοντοσταθεί με απορία. Η Φανή, ήξερε για ποιο λόγο. Θα σκεφτόταν ότι μόλις την προηγούμενη εβδομάδα τα είχαν κάνει όλα, από πάνω μέχρι κάτω. Ναι, μπορεί να ήταν έτσι, αλλά δεν μπορούσε να εξηγεί στον καθένα, ότι μία εβδομάδα είναι αρκετή για να θέλουν οι κουρτίνες ξανά πλύσιμο. Και έτσι να μην ήταν, δεν θα το εξηγούσε στην Λουντμίλα, που την πλήρωνε 8 ευρώ την ώρα, όταν οι φίλες της έδιναν 5 και δεν έβγαζαν ούτε νερό στην γυναίκα που τους καθαρίζει. Τα 8 ευρώ την ώρα θα έπρεπε να αρκούν , ώστε η έκφρασή της να υπαινίσσεται ευγνωμοσύνη και όχι ότι έχει να κάνει με μια υστερική στην καθαριότητα. Είχε δίκιο η Χρύσα , όταν της έλεγε ότι είναι μεγάλο κορόιδο! Απόδειξη, πως ακόμα και την ώρα που η Λουντμίλα την είχε εκνευρίσει τόσο πολύ, εκείνη της έφτιαχνε καφέ και τοστ. Πως θα ξεκινούσε την δουλειά της χωρίς να βάλει μια μπουκιά στο στόμα της η γυναικούλα; Ένιωθε τύψεις για τις μικρές κακίες που έβγαζε ώρες-ώρες. Πίστευε πως δεν πρέπει να γεμίζουμε το μυαλό και την ψυχή μας με αρνητικές σκέψεις.

 Για να το αντισταθμίσει, αποφάσισε πως στο τελείωμα θα χάριζε στην Λουντμίλα μια πράσινη, δερμάτινη τσάντα. Δεν την κρατούσε πια , παρά μια φορά το χρόνο. Λένε πως για να έρθει το καινούργιο, πρέπει να φύγει το παλιό. Βέβαια, η Φανή, μαζί με τα παλιά χάριζε και καινούργια, αλλά αυτό δεν είχε καμία συμπαντική σημασία. Εκείνη το έκανε για τον εαυτό της. Το ευχαριστιόταν να προσφέρει! Ήταν ανάδοχη μητέρα τριών παιδιών από την Αφρική. Μία φορά την εβδομάδα μαγείρευε εθελοντικά για αστέγους. Μάζευε ρούχα για άπορους και μετανάστες. Έδινε πάντα ένα ευρώ στα φανάρια και προσπαθούσε να μην πικραίνει τους φίλους της. Τι άλλο να έκανε δηλαδή; Ένιωθε πως ήταν σε όλα εντάξει με το σύμπαν. Ήταν εντάξει! Το σύμπαν λοιπόν, δεν είχε καμία δουλειά ανάμεσα σε εκείνη και την εργασία που θα πρόσφερε η Λουντμίλα, προς 8 ευρώ την ώρα παρακαλώ! Μέχρι το μεσημέρι, η Λουντμίλα θα έτριβε την υστερία της να γυαλίσει, αλλιώς θα της έπαιρνε ο διάολος το σύμπαν μέσα της!

 Εκείνη την ώρα που η Φανή τελείωνε την σκέψη της, χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσε και απάντησε αγριεμένη.

  «Έλα Μανώλη!»

 Στην άλλη μεριά της δορυφορικής τους σύνδεσης, ο Πέτρος ξεφύσησε τον καπνό του χαμογελώντας και κρατώντας σταθερά στο χέρι του το κλεμμένο iphone , της απάντησε παίρνοντας το σοβαρό του.

 «Δεν είμαι ο Μανώλης, Φανή. Το σύμπαν είμαι!»