Την ταινία «Λάσυ» την έχετε παρακολουθήσει όλοι στους τηλεοπτικούς σας δέκτες σε διάφορες διασκευές. Η ιστορία που θα σας διηγηθώ δεν διαφέρει πολύ από την κινηματογραφική ιστορία, στην περίπτωση μου όμως η κοντούλα καφετί σκυλίτσα ήταν μία αδέσποτη που στα 8 μου χρόνια βρέθηκε στον δρόμο μου και έγινε αχώριστη μέχρι τα βαθιά γεράματά της. Το όνομα της «Λάικα», της το είχε δώσει ένας εστιάτορας που την τάιζε. Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ήταν η μέρα που γυρνούσα από το σχολείο και πέρασα τον κεντρικό δρόμο. Εκεί δεξιά στο γρασίδι στεκόταν και με παρατηρούσε, εκείνη δεν με πλησίασε την πλησίασα εγώ, δεν έκανε χαρές απλά με κοιτούσε. Γενικά, δεν φοβόμουν τα σκυλιά, ακόμη θυμούνται τις αγέλες σκύλων οι γείτονες μου που μπροστάρης εγώ και πίσω 15 σκυλιά αδέσποτα να με ακολουθούν. Την πλησίασα και εκείνη απλά καθόταν παγωμένη και κοιτούσε ένα σημείο συγκεκριμένο, ήταν ξαπλωμένο ένα κουτάβι. Αμέσως πήρα το κουτάβι στην αγκαλιά μου και κατευθύνθηκα προς το σπίτι, εκείνη με ακολούθησε και περίμενε κάτω από το σπίτι, της κατέβαζα νερό και τροφή, το κουτάβι χειροτέρευε, ήταν άρρωστο μου είχε πει η κτηνίατρος Βασιλική, που πάντα με βοηθούσε με τα ζώα, και κάποια μέρα «έφυγε». Το πήρα και πήγα και το έθαψα σε ένα εγκαταλελειμμένο οικόπεδο, μαζί ήταν και η Λάικα. Απο εκείνη τη μέρα γίναμε αχώριστοι. Εκείνη το πρωί με περίμενε να με πάει στο σχολείο, με άφηνε και έφευγε και ξαναερχόταν στο πρώτο διάλειμμα για να πάρει ως ανταμοιβή το τυρί από το τοστ (τότε απαγορευόταν τα αλλαντικά στο τοστ). Ως παιδί δεν πήγε το μυαλό μου πώς ήξερε την ώρα. Μου φαινόταν ως κάτι φυσιολογικό, στην πορεία άρχισα να αναρωτιέμαι όλα αυτά. Όταν πάλι το σχολείο τέλειωνε στις 13:15 ήταν εκεί απέξω να με περιμένει να γυρίσουμε σπίτι. Μέσα στο σπίτι δεν έμπαινε, δεν ήθελε, μία φορά προσπάθησα, αλλά καθόταν παγωμένη και μόλις άνοιξα την εξώπορτα έφυγε και στάθηκε ακριβώς απέξω, ήθελε να είναι ελεύθερη, με περίμενε με τις ώρες για να βγω για παιχνίδι. Μόνο κάποιες ώρες πήγαινε στην ταβέρνα για να επωφεληθεί εξτρά κεράσματα, αλλά και πάλι γύριζε εκεί μπροστά να με περιμένει. Στον δρόμο ήταν προσεκτική, περνούσε με το πράσινο τα φανάρια και περπατούσε στο πεζοδρόμιο. Όταν πάλι με πλησίαζε κάποιος ενήλικος πάντα του γρύλιζε. Προσπαθούσε να θέσει όρια γύρω από εμένα, ειδικά με αγνώστους. Αγαπημένη Λάικα! Μεγάλωνα εγώ μεγάλωνε και εκείνη μαζί μου, πάντα εκεί δίπλα. Έτσι κυλούσε η ζωή μου με την ημίαιμη Λάικα. Ωσότου ήρθε η στιγμή που θα έπρεπε να μετακομίσουμε και θα πηγαίναμε σε ένα σπίτι που ο ιδιοκτήτης δεν ήθελε τα σκυλιά. Τα κλάμματα δεν σταματούσαν για μέρες, δεν ήθελα να πάω στο νέο αυτό σπίτι, δεν ήθελα να τη χάσω και αποφασίσαμε με τον παππού μου να την αναλάβει αυτός στο χωριό, να την κρατήσει εκεί δίπλα του. Λογαριάζαμε βέβαια χωρίς τον «ξενοδόχο». Το χωριό μου απέχει από το κέντρο της πόλης μόλις 20 χιλιόμετρα περίπου. Η Λάικα δεν δέθηκε ποτέ και ήταν μέσα στην αυλή μας. Η Λάικα, αν και περνούσε καλά, αποφάσισε να το σκάσει. Ο παππούς μου και η μάνα μου είχαν τρομάξει πώς θα μου το έλεγαν και έτσι προσπάθησαν να μου το αποκρύψουν για λίγο. Όμως λογάριαζαν χωρίς τη Λάικα. Ήμουν στο σχολείο και στο διάλειμμα ακούω γαβγίσματα, γυρνάω και βλέπω τη Λάικα να με περιμένει στην καγκελένια πόρτα. Η καρδιά μου πήγε να σπάσει, εκείνη γύριζε γύρω γύρω από τη χαρά της και με περίμενε μέχρι να σχολάσω και να πάμε στο σπίτι. Δεν θα ξεχάσω την ημέρα εκείνη που ήταν η πρώτη φορά που έκλαψα απο χαρά ως παιδί, συνήθως κλαίγαμε απο απαιτήσεις ή όταν μας μάλωναν. Έμεινε μαζί μας πολλά χρόνια, με συντρόφευε πάντα όπου και αν πήγαινα ως πιστός φύλακας-άγγελος. Ήρθε η μέρα που έφυγε για πάντα και όμως αν ακόμη δεν πιστεύετε στην περηφάνια των ζώων, εκείνη ήρθε με χαιρέτισε αν και γέρικη πια, είχε όρεξη για παιχνίδια, για φαγητό, είχε πέσει επάνω μου και εγώ δεν καταλάβαινα την ξαφνικής της αλλαγή και την επόμενη μέρα δεν υπήρχε πουθενά. Θυμάμαι ότι δεν πήγα στο σχολείο εκείνη την ημέρα ότι την έψαχνα παντού και την βρήκα έπειτα από πολλές ώρες να κοιμάται εκεί που είχαμε πρωτογνωριστεί. Είχε μία γαλήνια μορφή σαν να έφυγε ευτυχισμένη, δεν ξέρω τι και πώς, πάντως η αγάπη μου για αυτήν ήταν όπως αγαπούσα την οικογένειά μου. Ήταν οικογένειά μου! Γι’ αυτό πολλές φορές δεν καταλαβαίνω γιατί κάποιοι άνθρωποι διαχωρίζουν τα ζώα. Επειδή δεν μπορούν να μιλήσουν, δεν σημαίνει ότι δεν αγαπούν… Τελικά η αγάπη χρειάζεται φωνή ή πράξεις; Ανιδιοτέλεια!

Αφιερωμένο στην Λάικα!