του Γιώργου Αλεξανδράκη (Editorial 09)

Μεγαλώνοντας, πάντα ήθελα να γίνω άγαλμα του Δαυίδ, με σώμα καλλίγραμμο, κι ας μ’ έλεγαν Non finito, τουλάχιστον δεν θα μου έβαζαν την ταμπέλα του σφριγηλότερου μοντέλου του Botero -που αν τον ήξεραν στην πόλη μου τότε, ίσως να γλίτωνα πολλά- ότι είμαι μέρος μιας τέχνης κι εγώ. Κράτησα λοιπόν  το μοντέλο, γιατί τα μοντέλα δεν είναι μόνο τα αδύνατα, αλλά και τα πιο πιασάρικα, εκείνα που ο καλλιτέχνης ανέδειξε μέσω της τέχνης του. Την πρώτη φορά που κάποιος με απεκάλεσε μοντέλο του Botero, χωρίς εγώ βέβαια να γνωρίζω τι σήμαινε αυτό, αν και η πρόθεσή του ήταν κακεντρεχής, εγώ το απόλαυσα σκεφτόμενος ότι είμαι ένα έργο τέχνης, ετεροχρονισμένα βέβαια αφού έκανα την μικρή μου έρευνα στη μικρή βιβλιοθήκη του σχολείου.

Στην πορεία των παιδικών μου χρόνων, είχα και εγώ τους φανταστικούς μου φίλους. Εμ τι, τα παιδιά βλέπουν πολλά περισσότερα από όσα ξεστομίζουν, μη και τα περάσεις για in- digo. Εδώ ο Salvatore Dali τα ζωγράφιζε κιόλας και δεν ήταν καν παιδί. Ο Dali! Αγαπημένος ζωγράφος, πάντα τον θαύμαζα για τον τρόπο που έβλεπε τον κόσμο γύρω του και τον τρόπο που τον αποτύπωνε επάνω στους πίνακές του. Παρατηρώντας το έργο του, ανακαλύπτεις και τον φανταστικό αυτό του κόσμο.

Η “Κραυγή” του Edvard Munch ήρθε λίγο αργότερα. Όχι δεν την έβγαλα εγώ, την έβγαλε η μάνα μου όταν πήρε τον πρώτο έλεγχο στην α’ γυμνασίου. Οι απουσίες δε, ήταν μία πολύ καλή αφορμή για να μεταμορφωθεί σε πορτραίτο του Munch.

Έπειτα, στη συνέχεια των σχολικών μου χρόνων, εκεί γύρω στο τέλος της εφηβείας, όλα ήταν μπερδεμένα, αλλά τουλάχιστον με χρώμα, όπως οι πίνακες του Jackson Pollock -από τους σπουδαιότερους ζωγράφους του αφηρημένου εξπρεσιονισμού. Εφηβεία που με γέμισε με μια έντονη συναισθηματική αγωνία. Με όχι και τόσο ευχάριστη διάθεση, παραμόρφωνα την πραγματικότητα λες και κάποιος με είχε βαφτίσει εκπρόσωπο του κινήματος του εξπρεσιονισμού.

Όταν πέρασα στη σχολή και επισκέφτηκα την γραμματεία για τη διαδικασία της εγγραφής, εκεί πίσω από το τζάμι συνάντησα για πρώτη φορά την “Μόνα Λίζα”  του Leonardo Da Vinci, ή καλύτερα, τη Μόνα Σούλα, η οποία έμενε αμίλητη και σε κοιτούσε με ένα διαπεραστικό βλέμμα, χωρίς να μιλάει, με μια υποψία μειδιάματος. Και αν η Μόνα Λίζα θεωρείται από τα σημαντικότερα έργα του Λούβρου, τη Μόνα Σούλα δεν την λες και έργο. Αν όμως σώνει και καλά έπρεπε να την κατατάξουμε σε κάποιο κίνημα της τέχνης, ενδεχομένως να ήταν η γκροτεσκική γυναίκα του Quentin Massys, με το κόκκινο τριαντάφυλλο, πάντα εκεί στο κισσέ, για να δίνει χρώμα στη γκρίζα συμπεριφορά της.

Η Αθήνα υπήρξε ένας τόπος που μου φαινόταν τόπος ευκαιριών. Αυτό βέβαια ίσως να το σκεφτόμουν στην αρχή, καθώς στην πορεία κατάλαβα πόσο μου έλειπε η πρώτη εικόνα που αντίκριζα κάθε πρωί, όταν άνοιγα το παράθυρο του πρώην πια σπιτιού μου και έβλεπα τους κήπους με τα λουλούδια, λες και βρισκόμουν μέσα σε πίνακα του Van Gogh. Έτσι πήγα και αγόρασα μία αφίσα με έργο του ζωγράφου και την κόλλησα στο παράθυρό μου.

Αγάπησα την πόλη αυτή, παρ’ όλα αυτά, για άλλα πράγματα: για το ότι θα παρέμενα άγνωστος μεταξύ αγνώστων, για τη διασκέδαση, τη φοιτητική ανεμελιά, τις ευκαιρίες (τις τότε ευκαιρίες), για τη ξέφρενη ζωή. Κάπως σαν αυτή που αποτυπωνόταν και στους πίνακες του Henri de Toulouse-Lau- trec: γλέντι, χοροί, αλλιώτικες ανθρώπινες φιγούρες -λόγω της δικής του δυσμορφίας στα πόδια. Άνθρωποι διαφορετικοί, με μεγάλη συναισθηματική φόρτιση, όπως άλλωστε αρμόζει στο ρεύμα που εκπροσωπούσε, τον μετά-ιμπρεσιονισμό. Και όπως κάποια στιγμή τελείωσε η Belle Epoque, έτσι τελείωσαν και τα λεφτά, οπότε έπρεπε να πάρω μια απόφαση για τα επόμενά μου βήματα.

Αυτό το αποφάσισα όταν είδα για πρώτη φορά τον Lucas Samaras. Έναν Έλληνα εικαστικό που, αν και, όχι ιδιαίτερα γνωστός στην Ελλάδα τα πρώτα χρόνια της καριέρας του, στην πορεία έμελλε να γίνει γνωστός ως ένας σπουδαίος εικαστικός- φωτογράφος. Έτσι και έγινα φωτογράφος.