Με το βλέμμα στη νέα εποχή του ΕΜΣΤ

Συνέντευξη: Γιώτα Τέσση,  Φωτογραφίες: George Alexandrakis

Η υπεύθυνη Επικοινωνίας στο ΕΜΣΤ μιλάει στο CITY CODE paper για τις προκλήσεις της δουλειάς της, τις συνεργασίες με πολιτιστικούς οργανισμούς του εξωτερικού και το πολύτιμο «εργαλείο» των social media.

Δυναμική και απόλυτα καταρτισμένη στο αντικείμενό της, η Κασσιανή Μπένου μοιράζεται μαζί μας το πάθος της να καταστεί το εθνικό μουσείο για τη σύγχρονη τέχνη θελκτικό στους επισκέπτες και αναφέρεται στο βαρύ και ελκυστικό φορτίο να δημιουργείς μια ιστορία μέσα σε μια ιστορία.

Είστε δώδεκα χρόνια στο «τιμόνι» της επικοινωνίας του ΕΜΣΤ. Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση για σας;

Όπως ξέρετε, το μουσείο έχει μια πολύπαθη ιστορία και μέσα σ’ αυτά τα χρόνια η πρόκληση ήταν να κρατήσουμε την ταυτότητά μας σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη κατάσταση. Ενώ αλλάζαμε χώρους, θέλαμε να έχουμε το σταθερό κοινό που μας ακολουθεί και μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο έπρεπε να επικοινωνούμε και τα καινούργια μας βήματα.

Όλο αυτό ήταν μια τεράστια πρόκληση στον τομέα της επικοινωνίας, ο οποίος αφορά όλη τη δραστηριότητα του μουσείου. Συνεπώς, η επικοινωνία πρέπει να συνεργάζεται με όλα τα τμήματα και να είναι αυθεντικός εκφραστής της πολιτικής του μουσείου όπως αυτή προσδιορίζεται από τα όργανα της διοίκησης, διατυπώνοντας ιδέες και προτάσεις για να καταστεί κατανοητό το σύνολο του έργου του στο ευρύ κοινό.

Τι αντίκτυπο είχε η οικονομική κρίση στην τέχνη και ειδικότερα στο δικό σας αντικείμενο;

Σαφώς η κρίση επηρέασε και την τέχνη αλλά νομίζω ότι μας έκανε και πιο δημιουργικούς. Ακριβώς επειδή ήμασταν πιο περιορισμένοι οικονομικά, προσπαθήσαμε να είμαστε ανοιχτοί σε συνεργασίες, εφευρετικοί και να αναζητούμε πόρους από διαφορετικές πηγές και μέσω των συνεργειών.

Έτσι κι αλλιώς ήμασταν και είμαστε δημιουργικοί γιατί το μουσείο ποτέ δεν διέθετε ιδιαίτερους πόρους για την επικοινωνία. Έτσι αξιοποιήσαμε ό,τι κανάλια υπήρχαν προκειμένου να ανοιχτούμε ευρύτερα, κάτι που είναι δύσκολο και ενδιαφέρον ταυτόχρονα. Για παράδειγμα, το να γίνονται στο μουσείο performances και άλλα events που φέρνουν ένα κοινό που δεν γνωρίζει το μουσείο αλλά θέλει να μπει σ’ αυτόν τον κόσμο.

Όλο το πρόγραμμα του μουσείου όπως διαμορφώθηκε από το 2016 -όταν εγκαινιάσαμε τις περιοδικές μας εκθέσεις στο Φιξ, στη νέα μας στέγη- μέχρι και τώρα -που αναστείλαμε προσωρινά τη δραστηριότητά μας λόγω της δωρεάς που πήραμε για να προχωρήσουμε στην εγκατάσταση της μόνιμης συλλογής- βασίστηκε πάρα πολύ στις συνεργασίες.

Μία από αυτές τις συνεργασίες ήταν η πολύ πετυχημένη documenta 14.

Ως κύριος χώρος της documenta 14 στην Αθήνα, αλλά και στη μεταφορά τμήματος της συλλογής του ΕΜΣΤ στο Κάσελ, το μουσείο συνεργάστηκε με μία από τις σημαντικότερες διοργανώσεις για τη σύγχρονη τέχνη διεθνώς και αυτό ήταν μεγάλο κέρδος.

Γενικότερα, όλοι οι οργανισμοί λόγω της κρίσης και των οικονομικών προβλημάτων προσπάθησαν να ανοιχτούν και να υπάρχει ένας δίαυλος επικοινωνίας, να προσπαθήσουμε επιτέλους να συνεργαστούμε μεταξύ μας.

Είμαστε σε επικοινωνία με μεγάλα ιδρύματα και οργανισμούς του εξωτερικού και διαμορφώνουμε την πολιτική μας με εξωστρέφεια.

Τα social media εξελίσσονται σε βασικό εργαλείο της δουλειάς σας;

Πολύ βασικό και μάλιστα υπήρξε περίοδος που επειδή ανανεώναμε την ιστοσελίδα μας, αποτελούσαν το βασικό μέσο ενημέρωσης του κοινού.

Προσπαθούμε, βέβαια, η σχέση μας με τους χρήστες του διαδικτύου να γίνεται με έναν τρόπο που να μην ξεφεύγουμε από τον θεσμικό ρόλο μας. Είναι μια ισορροπία που πρέπει πάντα να τη διατηρείς γιατί η σταθερή εικόνα -ιδιαίτερα με τις τόσες αλλαγές- βοηθάει στο να διατηρείς την ταυτότητά σου.

Πώς λειτουργεί η εφαρμογή Smartify;

Πρόκειται για μια δωρεάν ψηφιακή εφαρμογή που βοηθάει το κοινό να συνδεθεί σε μια παγκόσμια πλατφόρμα τέχνης. Το ΕΜΣΤ είναι το πρώτο μουσείο στην Ελλάδα που συμμετείχε σ’ αυτήν.

Το Smartify χρησιμοποιεί την τεχνολογία αναγνώρισης μέσω της εικόνας κι έτσι οι επισκέπτες σκανάροντας τα έργα, μέσω έξυπνων συσκευών (κινητό ή τάμπλετ), έχουν άμεση πρόσβαση σε πληροφορίες γι’ αυτά.

Η εφαρμογή είναι σε λειτουργία σε σημαντικά μουσεία και ιδρύματα του εξωτερικού, όπως στην Εθνική Πινακοθήκη και τη Royal Academy of Arts στο Λονδίνο, στο Μουσείο Metropolitan της Νέας Υόρκης, στο Rijksmuseum στην Ολλανδία, στο Κρατικό Μουσείο Ερμιτάζ στη Ρωσία και σε πολλά άλλα.

Άρα, με τον τρόπο αυτό αυτόματα το ΕΜΣΤ τοποθετείται στον χάρτη με τα σημαντικότερα μουσεία του κόσμου.

Τι σας δυσκολεύει στη δουλειά σας και τι ζηλεύετε στον τρόπο με τον οποίο το ίδιο επάγγελμα ασκείται στο εξωτερικό;

Με δυσκολεύει το ότι για κάποια πράγματα που στο εξωτερικό είναι αυτονόητα εδώ πρέπει να παλεύουμε -και συχνά πολύ σκληρά- για να τα πραγματοποιήσουμε. Για κάτι που στο εξωτερικό θεωρείται απλό εμείς πρέπει να κάνουμε δέκα ενέργειες παραπάνω για να υπερκεράσουμε τα εμπόδια.

Από την άλλη, αυτό μας κάνει να ελισσόμαστε και με όλες αυτές τις συνεργασίες που είχαμε διαπιστώσαμε ότι δεν υστερούμε σε τίποτα. Και είναι συγκινητικό ότι έχει κρατηθεί όρθιος ο οργανισμός και χάρη στη δουλειά, στην αγάπη και στο πείσμα του προσωπικού του.

Πώς αντιμετωπίζετε τις δυσκολίες που προκύπτουν;

Μπορεί μέχρι τώρα το μουσείο να λειτουργούσε με προβλήματα, αλλά λειτουργούσε και συνεχώς προσπαθούσαμε να πηγαίνουμε μπροστά παρά τις δυσκολίες. Δεν κοιτούσαμε τη δυσκολία, κοιτούσαμε πώς θα την προσπεράσουμε για να γίνουμε καλύτεροι.

Σαφώς και υπάρχουν πολλά πράγματα ακόμα να κάνουμε και όταν θα είμαστε σε πλήρη λειτουργία, θα έχουμε και περισσότερο υλικό για να μπορέσουμε κι εμείς να «προβάλλουμε» τον εαυτό μας καλύτερα. Αυτό είναι και το στοίχημα: να είμαστε όσο το δυνατόν πιο έτοιμοι γίνεται με το πλήρες άνοιγμα (σ.σ. το ΕΜΣΤ έχει αναστείλει προσωρινά την εκθεσιακή του δραστηριότητα μετά την έγκριση της δωρεάς από το Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος» και είναι σε εξέλιξη οι εργασίες που θα οδηγήσουν στην πλήρη λειτουργία του).

Τώρα είναι πάλι πολύ κρίσιμη περίοδος γιατί μπαίνουμε στην άλλη εποχή και τώρα θα προετοιμάσουμε και όλο το κομμάτι της επικοινωνίας. Αυτό είναι μεγάλη ευθύνη γιατί όταν διαχειρίζεσαι την εικόνα του εθνικού μουσείου για τη σύγχρονη τέχνη πρέπει να είσαι πολύ προσεχτικός. Η διαχείριση της εικόνας του μουσείου είναι πολύ λεπτό θέμα αλλά δεν πρέπει να είσαι υπερβολικός και πολύ κλειστός και να φτάνεις στο άλλο άκρο.

Οπότε σ’ αυτό το κομμάτι οι ισορροπίες είναι δύσκολες και νομίζω ότι με τα χρόνια και με την εμπειρία που αποκτώ τώρα είμαι πολύ πιο σίγουρη για κάποια πράγματα συν του ότι όλοι αγαπάμε αυτό που κάνουμε και αυτό έχει τεράστια σημασία.

Τι σηματοδοτεί για το μουσείο ο χώρος στον οποίο στεγάζεται; Αυτό το ξεχωριστό, ιστορικό, βιομηχανικό κτίριο του Φιξ.

Είναι πολύ βαρύ και ελκυστικό το φορτίο να δημιουργείς μια ιστορία μέσα σε μια ιστορία. Και αυτό το αρχιτεκτονικό αριστούργημα του Ζενέτου περιλαμβάνει ανθρώπους και ιστορίες που είναι για εμάς μια ωραία πρόκληση πάνω στην οποία καλούμαστε να χτίσουμε το δικό μας αφήγημα. Είναι επίσης πολύ σημαντικό και είναι μια ευτυχής συγκυρία καθώς δεν υπήρχε σχεδιασμός να έρθουν στον άξονα της λεωφόρου Συγγρού αρκετοί πολιτιστικοί οργανισμοί αλλά συνέβη.

Το ζητούμενο είναι να μπορέσουμε να διαχειριστούμε τη συγκυρία με τον σωστό τρόπο. Να δημιουργήσουμε, δηλαδή, έναν άξονα πολιτισμού που θα συνδέει το παλαιό με το νέο, ξεκινώντας από το Μουσείο της Ακρόπολης και, περνώντας από το ΕΜΣΤ και τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, θα καταλήγει στο Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος».

Όλο αυτό έχει πολύ ενδιαφέρον και πρέπει να το δούμε ολιστικά, υπάρχει στο μυαλό όλων.

Μουσεία και διαδίκτυο: πώς εξελίσσεται αυτή η σχέση;

Πλέον κάθε οργανισμός πρέπει να έχει ψηφιακή ταυτότητα, αυτό παλιότερα δεν υπήρχε, είναι ζητούμενο των τελευταίων χρόνων και διαρκώς εξελίσσεται. Το ψηφιακό αποτύπωμα έχει τεράστια σημασία καθώς ο επισκέπτης θα μπει να σε ψάξει πρώτα και η εικόνα που θα αποκομίσει θα είναι καθοριστική για τις επιλογές του.

Από ‘κεί και πέρα, μετράει πολύ και η εμπειρία που αποκτάς στο πώς επικοινωνείς τα προγράμματά σου, πόσο εύκολη και φιλική είναι η περιήγηση του κοινού. Πρέπει ο επισκέπτης να θέλει να ξαναέρθει. Να νιώθει ότι είναι ένας χώρος που περνάει καλά, όμορφα. Αυτό είναι το μεγαλύτερο στοίχημα για τους οργανισμούς. Κάτι που στο εξωτερικό, για παράδειγμα στη Νέα Υόρκη, γίνεται εδώ και πολλά χρόνια.

Τα μουσεία δεν είναι πια βαρετοί χώροι, είναι χώροι που επισκέπτεσαι για να περάσεις όμορφα και να ζήσεις μια ενδιαφέρουσα, ευχάριστη εμπειρία. Και φυσικά υπάρχει πολύς ανταγωνισμός σ’ αυτό -και είναι θεμιτό-, έχουν προχωρήσει πάρα πολύ οι οργανισμοί, με πάρα πολλά ενδιαφέροντα προγράμματα και νέους τρόπους προσέγγισης διαφορετικού κοινού. Παρατηρώ τις διαφορές σε σχέση με το παρελθόν και χαίρομαι πάρα πολύ, γιατί όταν είναι οι άλλοι καλοί επιθυμείς και προσπαθείς κι εσύ να γίνεσαι καλύτερος.

CITY CODE PAPER Οκτωβρίου-Νοεμβρίου