«Τραγουδούσε σε διάστημα 3-6 ωρών, 2-3 τραγούδια…».

Η Kalthoum ήταν Αιγύπτια τραγουδίστρια και μουσικός. Γεννήθηκε στην Tamay ez-Zahayra. Η χρονολογία γέννησής της πιθανολογείται το 1904, μιας και αναφέρονται και άλλες ημερομηνίες.

Από μικρή ηλικία έδειξε το ταλέντο της στο τραγούδι. Ο πατέρας της, που ήταν Ιμάμης, τη δίδαξε να διηγείται το Κοράνι και η ίδια είχε αποστηθίσει ολόκληρο το βιβλίο. Στα δώδεκά της χρόνια, ο πατέρας της τη μεταμφίεσε σε αγόρι και την έβαλε σε ένα μικρό σχήμα που διηύθυνε ο ίδιος.

Το 1922 η φήμη της εξαπλώνεται και της ζητείται να περιοδεύσει στη Μέση Ανατολή –  Δαμασκός, Βαγδάτη, Βυρηττός, Τρίπολη και Λίβανος μερικές από τις πόλεις που ταξίδεψε.

Τα τραγούδια της αφορούν κυρίως την αγάπη, την προσμονή και την απώλεια. Μία τυπική της συναυλία αποτελείτο από δύο ή τρία τραγούδια σε διάστημα τριών έως έξι ωρών.

Στα τέλη του 1960, λόγω της ηλικίας της, άρχισε να μειώνει τις εμφανίσεις της σε δύο τραγούδια σε διάστημα δυόμιση-τριών ωρών. Η διάρκεια των τραγουδιών της δεν ήταν προκαθορισμένη, άλλα είχε να κάνει με τη συναισθηματική αλληλεπίδρασή της με το κοινό.

Μια αυτοσχεδιαστική τεχνική της ήταν να επαναλαμβάνει μία μόνο φράση ή πρόταση των στίχων ενός τραγουδιού, ξανά και ξανά, αλλάζοντας ελαφρώς τη συναισθηματική έμφαση κι ένταση, κάθε φορά για να φέρει το κοινό της σε κατάσταση ευφορίας και έκστασης.

Το 1967 της διέγνωσαν ότι έπασχε με σοβαρή νεφρίτιδα. Το 1973 έκλεισε την καριέρα της στο τραγούδι, δίνοντας την τελευταία της συναυλία στο Παλάτι του Νείλου.

Η κατάσταση της υγείας της βελτιώθηκε προσωρινά με τη μετακόμισή της στην Αμερική, αλλά αυτό είχε προσωρινό χαρακτήρα, αφού, με την επιστροφή της στην πατρίδα της, η υγεία της επιδεινώθηκε. Τελικά νοσηλεύτηκε και κατέληξε στο Νοσοκομείο του Καϊρου στις 3 Φεβρουαρίου 1975.

Τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι παρευρέθηκαν στην κηδεία της, για να αποχαιρετίσουν την αγαπημένη τους τραγουδίστρια – θρύλο. Από τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις της Ιστορίας, που κατέληξε σε πανδαιμόνιο, όταν το πλήθος άρπαξε το φέρετρό της και το μετέφερε σε ένα τζαμί, που θεωρούσαν ότι ήταν το αγαπημένο της.