Συνέντευξη: Γιώτα Δημητριάδη

Χαίρει της εκτίμησης των συναδέλφων της, αφού θεωρείται μια από τις σπουδαιότερες ηθοποιούς της γενιάς της. Δεν επαφίεται στα βραβεία -που φέτος σαρώνει- αντίθετα, δουλεύει με άξονα τη λογική πως «Κάθε παράσταση είναι η τελευταία και κάθε κοινό είναι διαφορετικό».

Μπορεί η μεγαλύτερη μερίδα του κοινού να τη γνώρισε μέσα από τις τηλεοπτικές της επιτυχίες, αλλά το γεγονός ότι απέχει εδώ και μια δεκαετία από την τηλεόραση και η εικόνα της παραμένει τόσο φρέσκια λέει από μόνο του πολλά.

Δεν διάλεξε τον εύκολο δρόμο, αποδεχόμενη τη συνεργασία μ’ έναν συγκεκριμένο σκηνοθέτη, μια φόρμα ή μια γραμμή που τη βολεύει και την αναδεικνύει.

 Αντίθετα, ξύνει συνεχώς τα μύχια του ταλέντου της, έχοντάς το πάντα σ’ εγρήγορση, δίνοντάς του έτσι την ευκαιρία να δημιουργεί ηρωίδες ντελικάτες και γήινες, τραχιές και ευαίσθητες, πονεμένες και προστατευτικές, αέρινες, αλλά και ρεαλιστικές.

Η Ιωάννα Παππά, μέσα σε μόνο μια χρονιά, μας χάρισε τέσσερις τελείως διαφορετικούς, αλλά τόσο δομημένους, πολυεπίπεδους και μοναδικά εύθραυστους μέσα στη δυναμική τους,  ρόλους. Εξάλλου, όλες τους είχαν ένα κομμάτι της, που κάθε φορά αναδεικνύεται μοναδικά. Η Ιδούθ, η Πολυδούρη, η Κασσάνδρα και τώρα η Σαβίνα πέρασαν αλλά ακούμπησαν για τα καλά, τόσο στη σκηνή όσο και στην ψυχή μας.

Ioannapappa

CREATIVES:

Φωτογραφία: George Alexandrakis,  Editing: Amarildo Topalis, Επιμέλεια: Nayo P, Μακιγιάζ-Μαλλιά: Gogo Nikiforaki

WARDROBE CREDITS:  Erifilli Nikolopoulou Haute Couture

Στο έργο «Με τα δόντια» παρακολουθούμε την ανικανότητα του ανθρώπινου είδους να εξελιχθεί και  την αδυναμία του, να διδαχθεί το οτιδήποτε από την ιστορία. Αυτό, πόσο πιστεύεις ότι επιβεβαιώνεται, παρατηρώντας κανείς την ελληνική κοινωνία σήμερα;

Θεωρώ γενικά, πως όλη η στάση μας τα τελευταία χρόνια σε σχέση μ’ όλη την κατάσταση που βιώνουμε και με την κρίση, αλλά και την ανατροπή της κατάστασης από την δήθεν ευημερία, στην ανέχεια και το πώς έχουμε διαχειριστεί κοινωνικά και πολιτικά το όλο ζήτημα. Επιβεβαιώνει, ότι είμαστε κάπως σαστισμένοι και οριοθετημένοι ,σε μια ζωή που μας ικανοποιούσε και θεωρούσαμε πως είναι εξιδανικευμένη.

Όταν ανακαλύψαμε, πως όλο αυτό είναι στη σφαίρα του φανταστικού δεν μπορέσαμε να το δεχτούμε και εξακολουθούμε να έχουμε μια άρνηση. Φυσικά, δεν μιλάμε για το σύνολο της κοινωνίας, αλλά για το μεγαλύτερο ποσοστό, που φαίνεται μέσα από τα εκλογικά αποτελέσματα και την ανταπόκριση που υπάρχει σε σχέση με τις προτάσεις που γίνονται για οποιαδήποτε αλλαγή.

 Υπάρχει ένας φόβος κοινωνικός σε σχέση με την αλλαγή και ιδιαίτερα ένας φόβος να μην χαθούν τα κεκτημένα. Ποια κεκτημένα όμως; Διότι πλέον, δεν μιλάμε για την προσωπική ιδιοκτησία του καθενός, αλλά για σημαντικότερα κεκτημένα, όπως αυτά της χώρας. Νομίζω λοιπόν, πως η αντίδραση μας σε σχέση  μ’ όλα όσα έχουν συμβεί είναι ανίσχυρη. Γιατί έχουν καταφέρει να περάσουν νομοσχέδια και να γίνουν αγοροπωλησίες με την συναίνεση μας! Εφόσον, επιμένουμε ως λαός να στηρίζουμε το συγκεκριμένο πολιτικό σχήμα, που εφαρμόζει συγκεκριμένη πολιτική.

Εξαρχής, θεωρούσα ότι δεν πρέπει να μας αφορά το εγγύς μέλλον, αλλά αυτό που θα συμβεί σε μια δεκαετία ή σε μια εικοσαετία. Διότι η εγωιστική σκέψη, δεν βοήθησε ποτέ και κανέναν. Τα πράγματα λειτουργούσαν και θα λειτουργούν πάντα σαν ντόμινο.

Γιατί πιστεύεις ότι δεν αντιδρούμε; Είμαστε ψεκασμένοι, όπως λένε κάποιοι ;(γέλια)

Νομίζω, ότι ζούμε σε μια χώρα που είναι πολύ ευνοούμενη . Διαθέτει ποιότητα ζωής, φοβερό κλίμα, πανέμορφα μέρη και γι’ αυτό  έχουμε μεγάλες διαφορές από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Όλο αυτό, μας δημιουργεί μια νοοτροπία που ρέπει προς μια πιο χαλαρή διάθεση. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Εγώ είμαι υπέρ, δεν πιστεύω πως ο άνθρωπος, έχει δημιουργηθεί για να δουλεύει από το πρωί ως το βράδυ και να’ ναι μόνο μια παραγωγή εργασίας.

 Πιστεύω σε πολλούς τρόπους ζωής. Για μένα το πιο σημαντικό είναι η έλλειψη παιδείας και ο τρόπος σκέψης μας. Δεν μπαίνουμε στην διαδικασία της γνώσης και της ανακάλυψης πληροφοριών πέρα από το δικό μας γνωστικό πεδίο. Σπουδάζουμε και κατακτούμε κάτι τεχνικά, αλλά δεν μαθαίνουμε κάτι πέρα από το κομμάτι της δουλειάς μας. Η εκπαίδευση δεν μας βοηθάει να μάθουμε κάτι για να μπορέσουμε να σταθούμε, ως κοινωνικά όντα, στοιχεία όπως: η συμπεριφορά, οι σχέσεις των ανθρώπων δεν αφορούν το σχολείο. Εγώ δεν πιστεύω σε σχέσεις εργασίας, όπου αυτοί που ηγούνται φέρονται σαν μικροί Θεοί . Γενικά δεν πιστεύω στην κακή διαχείριση της εξουσία αλλά στη συνεπή διαχείριση της.

Ας αλλάξουμε θέμα και ας πάμε σε κάτι πολύ πιο ευχάριστο, όπως η πρόσφατη βράβευση σου από το κοινό του περιοδικού «Αθηνοράματος» με το πρώτο βραβείο, για την ερμηνεία σου στις «Αλεπούδες». Τι σημαίνει για σένα ένα βραβείο από το κοινό;

Πέρα από το :«ένα βραβείο από το κοινό» που είναι πολύ σημαντικό, γιατί το επιλέγει ο κόσμος και η αλήθεια είναι πως το κοινό πέρσι στήριξε πολύ τις «Αλεπούδες». Η βράβευση σου δημιουργεί, έμενα τουλάχιστον, μια στιγμιαία έκρηξη συναισθημάτων! Γιατί βλέπεις, ότι επιβραβεύεσαι για την προσπάθειά σου ,μετά όμως έρχεται και ένα άγχος..

Ευθύνη;

Πάντα νιώθω ευθύνη. Κάθε μέρα στις παραστάσεις προσπαθώ να αντιμετωπίζω την παράσταση σαν  ‘ναι η τελευταία, το κοινό είναι διαφορετικό, ξεκινάμε από την αρχή, πρέπει να’ σαι παρόν εκατό τις εκατό. Όλα αυτά υπάρχουν πάντα στη σκέψη μου! Η βράβευση μερικές φορές, όταν δεν είσαι και στο ξεκίνημα σου γίνεται και σαν μια συνολικότερη επιβράβευση της πορείας σου , ειδικά όταν αυτό συμβαίνει μετά από δεκατέσσερα χρόνια διαδρομής. Δεν μπορώ να είμαι σίγουρη ,αλλά υποθέτω πως ο κόσμος μπορεί να σκεφτόταν και αυτό, όταν  με ψήφιζε.

Άνετα, θα μπορούσε να σε βραβεύσει το κοινό και  για την «Οδό Πολυδούρη» ρόλος που σου έδωσε την υποψηφιότητα για το βραβείο Κάρολος Κουν. Εκεί σ’ είδαμε σ’ ένα δύσκολο μονόλογο, στις «Αλεπούδες» σε μια χωριάτισσα, τώρα σε κωμικό ρόλο, το Καλοκαίρι στην Κασσάνδρα. Αισθάνεσαι ότι σε επίπεδο ρόλων έχεις μπει σ’ άλλη φάση της διαδρομής σου;

Ναι , γιατί μέχρι μια εποχή νομίζω ότι οι σκηνοθέτες δεν μπορούσαν να με φανταστούν σε κάτι άλλο, πέρα από το μικρό κορίτσι και την ενζενί. Αυτό άρχισε ν’ αλλάζει από ένα σημείο και μετά και ιδιαίτερα την χρονιά που παίξαμε το «COOK» στο «Θησείον» σε σκηνοθεσία της Κατερίνας Ευαγγελάτου.  Έτσι, άρχισα να παίζω διαφορετικούς ρόλους. Διότι και εγώ είχα μεγαλώσει  ηλικιακά είχα ανάγκες διαφορετικές και ως ηθοποιός ήθελα να προσεγγίσω διαφορετικές ψυχοσυνθέσεις, θεματολογίες, έργα πιο ενήλικα. Στο κλασσικό ρεπερτόριο αυτά δεν παίζουν ρόλο και έτσι σου δίνονται οι ευκαιρίες με πιο σύγχρονα έργα να κάνεις τέτοιες αλλαγές.

 Φαντάζομαι αυτό σ’ ευχαριστεί  και σε γεμίζει.

 Φυσικά! Γιατί δεν σταματάει η ανάγκη να πηγαίνεις παρακάτω..Να αρχίσεις να συνδιαλέγεσαι ,με πράγματα που δεν είχες την δυνατότητα πριν. Αυτό εξάλλου, έχει και το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό ενδιαφέρον. Το να υπηρετείς συνέχεια έναν χαρακτήρα σε περιορίζει. Ευτυχώς όμως, υπήρξε αυτός ο διάλογος και από τις δύο πλευρές.

Χρειάστηκε να πεις κάποια «όχι» για να το πετύχεις αυτό;

Ναι!

Στην «Οδό Πολυδούρη» που θα ξαναπαιχτεί φέτος , σε είδαμε μόνη στη σκηνή να ερμηνεύεις την ομώνυμη ποιήτρια. Πόσο δύσκολο ήταν  να αναμετρηθείς μ’ αυτό τον ρόλο και πώς τον προσέγγισες;

Εξαρχής, ήταν ένα κείμενο πολύ γοητευτικό  που είχε όμως αρκετές δυσκολίες. Την μέρα που συναντηθήκαμε με την Ρούλα Γεωργακοπούλου, που έγραψε το έργο-γιατί είναι ευλογία να’ χεις τον άνθρωπο που έγραψε το έργο μαζί σου-  συνειδητοποίησα πως πέρα από την προσωπική μου μελέτη για την Μαρία Πολυδούρη ,έχω να κάνω και με τον κόσμο της Ρούλας Γεωργακοπούλου και την γραφή τη,ς που είναι πολύ γλαφυρή και ιδιαίτερη. Έπρεπε λοιπόν,  να συνδυάσω αυτούς τους δύο κόσμους και μ’ έναν τρίτο τον δικό μου.

 Δουλέψαμε πάρα πολύ με τον Θοδωρή τον Γκόνη και την Ελένη Στρούλια. Δουλέψαμε ομαδικά και με έντονη επιθυμία να μιλήσει η ιστορία αυτή στο κοινό. Προσπαθήσαμε ν’ αποφύγουμε κάθε είδους υπερβολή και θέταμε πολλά ερωτήματα οι ίδιοι στους εαυτούς μας και τα συζητούσαμε συνεχώς. Από εκεί προέκυψε ένας κόσμος που είχε μεγάλο πλούτο. Συνειδητοποιώ τώρα ,που επαναλήφθηκε η παράσταση στην Καβάλα ότι αναπνέει και μπορώ να σου πω, πως ένιωσα καλύτερα και από τις παραστάσεις της Αθήνας.

Παρόλη την έντονη θεατρική σου παρουσία και κινηματογραφική­­- από την Άνοιξη στην ταινία του Γιώργου Γεωργόπουλου. Σου λείπει καθόλου η τηλεόραση;

Για την ώρα όχι! Για να’  μαι  ειλικρινής δεν μου έχει λείψει γιατί είναι μια πολύ κουραστική διαδικασία και πρέπει ν’  αξίζει πολύ η δουλειά στην οποία θα κληθώ να παίξω.

Τα χρήματα της τηλεόρασης;

Δεν είναι ούτως ή άλλως τα ίδια. Προσωπικά, δεν επένδυσα πάρα πολύ. Μ΄ είχαν βοηθήσει όταν συμμετείχα στις δουλειές που έκανα,  αλλά δεν επένδυσα παραπάνω, δεν μπορούσα, δεν ήθελα! Πιστεύω όμως, ότι η τηλεόραση έχει ανάγκη να εμπλουτιστεί και καλό είναι όσοι συμμετέχουμε σ’ αυτήν να μπούμε στην διαδικασία να κάνουμε κάτι γι’ αυτό.

Δεν υπήρχαν σειρές όλα αυτά τα χρόνια που απέχεις που ήταν αξιόλογες;

Σίγουρα! Όταν όμως γίνονται πενήντα ή εξήντα σειρές και μου αρέσουν οι δύο, κάτι δεν πάει καλά. Μπορεί να γίνομαι πολύ αυστηρή αλλά μιλάω για το προσωπικό μου κριτήριο.

 Από τις σειρές που έκανες ποιά ευχαριστήθηκες πιο πολύ;

Ευχαριστήθηκα τα περισσότερα σίριαλ για πολύ διαφορετικούς λόγους!

 Αντιπαθείς  τον γάμο;

Δεν αντιπαθώ κανένα κλισέ, ίσα -ίσα που τα θεωρώ και χρήσιμα. Πιστεύω όμως, πως αυτές οι μεγάλες αποφάσεις της ζωής είναι  καλό να προκύπτουν. Όταν παίρνεις αποφάσεις για τα πράγματα, επειδή πρέπει να γίνουν, επειδή δεν έχεις χρόνο ή επειδή στο επιβάλλει αυτό που θέλεις να αντιπροσωπεύεις κοινωνικά δεν έχει νόημα και δεν μ’ αφορά.

 Πότε τελειώνει για σένα μια σχέση ή ένας έρωτας;

Εμένα το κριτήριο μου ήταν πάντοτε και στη δουλειά και στις φιλίες και στις ερωτικές σχέσεις  το να νιώθω ζωντανή. Τώρα το πώς μεταφράζεται αυτό είναι πολύ προσωπικό. Όταν σταματάει να υπάρχει αυτή η λειτουργία και νιώθω ότι πεθαίνω και σβήνω μόνη.. που λέει και το τραγούδι. Νομίζω πως υπάρχει ανάγκη να επανεξετάσω τα δεδομένα!

  Μπορεί  ένας αντικειμενικά άσχημος άνδρας να σε γοητεύσει μόνο με την προσωπικότητα του;

 Η γοητεία προκύπτει από πολλά στοιχεία. Θεωρώ ότι ένας άνθρωπος ,πέρα από την εξωτερική εμφάνιση και την ομορφιά που σίγουρα  είναι άξια θαυμασμού, διαθέτει πολλά στοιχεία που μπορούν να σε γοητεύσουν. Υπάρχουν άνδρες με τόσο ισχυρή προσωπικότητα που δεν σ’ αφήνουν να προσέξεις την εμφάνιση τους.

Υπάρχει κάποιο ελάττωμα που «δουλεύεις» αυτή την περίοδο;

 Προσπαθώ τα πράγματα, που δεν θα μου αρέσει να μου επιβάλλουν οι άλλοι  καταπιέζοντας με και κάνοντας με να ασφυκτιώ να μην τα επιβάλλω εγώ στις δικές μου σχέσεις.

 Κλείνοντας, για να μπούμε και στο εορταστικό κλίμα, θα ‘θελα να μου πεις τα πιο όμορφα Χριστούγεννα που θυμάσαι;

Συνήθως τις γιορτές δεν περνάω καλά γιατί έχουν αυτό το επιτακτικό: « ότι πρέπει να περάσεις καλά!» Μικρή δεν μπορούσα τα Σάββατα για τον ίδιο λόγο, αγχωνόμουν και τα περισσότερα Σάββατα τελικά δεν έβγαινα. Γενικά, δεν μπορώ την αίσθηση του υποχρεωτικού και του επιβαλλόμενου.