Συνέντευξη: Ηλέκτρα Λήμνιου

Με μια εντυπωσιακή επαγγελματική εμπειρία και γνώσεις, η Κατερίνα Κοσκινά, Διευθύντρια του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης της Ελλάδας, μιλάει για τη μοντέρνα τέχνη και το μέλλον του Μουσείου.

Σε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχαμε στο υπερσύγχρονο κτίριο του Μουσείου, η κυρία Κοσκινά αναλύει θέματα όπως ο ρόλος των Βαλκανίων, οι νέοι καλλιτέχνες και ο “διάλογος εμπιστοσύνης” για την ίδια και το μουσείο.

Copyright © All Rights Reserved / CITY CODE

Με την ιδιότητα της Ιστορικού Τέχνης και τη μεγάλη σας επαγγελματική πορεία, πως θα ορίζατε το σύγχρονο στην τέχνη;

Είναι δύσκολος ο ορισμός του σύγχρονου στην τέχνη, γιατί απλούστατα μπορεί να το πάρει κανείς με την πολύ στενή έννοια, που έχει να κάνει με την επικαιρότητα και την εποχή. Ωστόσο, σε μία εποχή συμβαίνουν παράλληλα πολλά γεγονότα, μερικά συχνά λανθάνουν και της προσοχής μας υπέρ άλλων, και φυσικά υπάρχουν πολλές διαφορετικές απόψεις, τάσεις και πραγματικότητες. Όταν, λοιπόν, λέμε “σύγχρονο” δεν εννοούμε την κυριολεκτική έννοια του χρόνου. Έχει να κάνει και με το περιεχόμενο. Έχει να κάνει, δηλαδή, με το κατά πόσο μέσα σε ένα έργο περικλείεται ένας προβληματισμός, πραγματικά σύγχρονος, κατά πόσο χρησιμοποιούνται τεχνικές πραγματικά σύγχρονες, πόσο επικαιροποιούνται και ανανοηματοδοτούνται παλαιότερες, πώς οι προσλαμβάνουσες του κόσμου αντιμετωπίζουν το έργο ως κάτι καινούριο και ταυτόχρονα επίκαιρο. Ακόμη, το σύγχρονο έχει και μία διάσταση που θέλει να προλαμβάνει την εποχή του και να ξεπερνάει τα δεδομένα. Σαν να ρίχνει έναν σπόρο για κάτι το οποίο επίκειται.

Ποιο είναι το δικό σας όραμα για το μουσείο; Στοχεύετε σε καινοτομίες;

Να σας πω την αλήθεια, πρωταρχικός μας στόχος δεν είναι τόσο η καινοτομία, όσο η λειτουργία του μουσείου. Πρόθεσή μας είναι το μουσείο να ξεκινήσει να έχει δραστηριότητα, την οποία και είχε αναστείλει από τα τέλη του 2014, λόγω της μεταφοράς μας στο νέο κτίριο, αλλά κυρίως λόγω πολλών εκκρεμοτήτων. Έχουμε, όμως, ήδη μπει στη τροχιά του ανοίγματός του με διάφορα τεχνάσματα, όπως ο Οδυσσέας, να προσπαθούμε να το κάνουμε να λειτουργήσει. Παραδείγματος χάρη, αξιοποιήσαμε τις υποχρεωτικές δοκιμές των χώρων για να κάνουμε αυτό που ονομάσαμε «Προλεγόμενα», δηλαδή ένα πρόγραμμα που θα μας φέρει πιο κοντά στα εγκαίνια και στη λειτουργία του. Δεν έγιναν σαν μια απλή δοκιμή, αλλά είχαν ένα περιεχόμενο καλλιτεχνικό που έδωσε ταυτόχρονα και το στίγμα του μουσείου. Πχ έδειξαν ότι το μουσείο δεν είναι ένας χώρος αμιγώς για τα εικαστικά. Είναι ένας χώρος και για τον χορό, για τη μουσική, για την performance αλλά και ανοιχτός στις ευπαθείς ομάδες. Πρόκειται για έναν χώρο πολύ μεγάλο, με λίγο προσωπικό, το οποίο με πάρα πολύ κόπο, πάθος και διάθεση υπερβαίνει τον εαυτό του για να κάνει εφικτό αυτό που υπό κανονικές συνθήκες δεν είναι εφικτό. Επομένως, δεν κοιτάμε τόσο για την καινοτομία αλλά τη σωστή κατά το δυνατόν λειτουργία.

Copyright © All Rights Reserved / CITY CODE
Φωτογραφία: George Alexandrakis, Art direction: Amarildo Topalis, Styling: Nayo P, Make up & Hair: Vasia Wolf

Πώς θα μπορούσε να επωφεληθεί το μουσείο από έναν καλλιτεχνικό διάλογο με μουσεία όπως η Tate Modern και το MOMA;

Αυτά που αναφέρετε δεν είναι μουσεία, είναι κολοσσοί. Οι στόχοι μας είναι ανάλογοι των δυνατοτήτων μας και της οπτικής μας. Εμείς, λοιπόν, είμαστε ένα μουσείο που υφίσταται 16 χρόνια περίπου και που έχει μία δραστηριότητα, περιορισμένη αναγκαστικά, λόγω της έλλειψης στέγης και χώρου. Οι στόχοι μας είναι υψηλοί αλλά όλα θέλουν το χρόνο τους και μέτρο. Τώρα, πάμε καταρχήν να επιβεβαιώσουμε την παρουσία μας, να ανοίξουμε τα χαρτιά μας και να δηλώσουμε τις προθέσεις μας και το όραμά μας. Το πρώτο πράγμα που θέλουμε είναι η επικοινωνία με το κοινό, το κοινό της πόλης, της χώρας, το κοινό της γειτονιάς, το οποιοδήποτε κοινό. Κατ’ επέκταση, θέλουμε επικοινωνία με το αντίστοιχο κοινό άλλων χωρών.

Για τον λόγο αυτό, έχουμε φτιάξει ένα πρόγραμμα το οποίο ελπίζουμε ότι θα διαρκέσει για χρόνια και ονομάζεται το “ΕΜΣΤ στον κόσμο”. Το πρόγραμμα αυτό θα χρησιμοποιήσουμε σαν όχημα για να συσφίξουμε τις σχέσεις μας και ουσιαστικά να εντάξουμε το νέο αυτό Μουσείο, ως μέλος της, στην ευρύτερη οικογένεια των μουσείων του κόσμου. Στόχος μας πρώτα απ’ όλα είναι να έρθουμε σε επικοινωνία με αντίστοιχα μουσεία, δηλαδή χώρους που έχουν τις ίδιες ανησυχίες με εμάς, τα προβλήματα τα δικά μας. Που θα θέλουν ένα μουσείο πολύ ανοιχτό, λιγότερο “κατεστημένο”.

Μια όμως και το αναφέρατε προηγουμένως, προφανώς και μας ενδιαφέρει η συνεργασία με την Tate Modern, αλλά έχει άλλες δυνατότητες από εμάς. Άρα, θέλουμε οργανισμούς, ιδρύματα, μουσεία, κέντρα, προφανώς μη κερδοσκοπικά, που να κάνουν έρευνα, να ψάχνουν τι γίνεται στον κόσμο, να ψάχνουν νέους καλλιτέχνες, να έχουν μία επαφή κι ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την περιοχή των Βαλκανίων και της Μεσογείου, γιατί αυτός είναι ο φυσικός μας χώρος. Μάλιστα, μία τέτοια περιοχή συνδυάζει τα πάντα: τη Δύση, την Ανατολή, τον Βορρά και τον Νότο.

Γιατί επιλέξατε το Μουσείο της Αμβέρσας (Μ ΗΚΑ) ως πρώτη συνεργασία;

Η πρώτη μας συνεργασία είναι με το Μουσείο της Αμβέρσας, γιατί είναι, αφενός, ένα μουσείο με πολύ έντονη δράση κι αφετέρου, πραγματικά δίνει πολλά στην έρευνα και δεν πηγαίνει μόνο στους αναγνωρισμένους καλλιτέχνες. Υπάρχει μία πολύ μεγάλη συλλογή, με σημαντικούς καλλιτέχνες, αλλά ψάχνει κι εκτός συνόρων, εννοώ και ευρωπάικών. Μας ενδιαφέρει και ο συσχετισμός με το Βέλγιο, πρώτον γιατί το Βέλγιο είναι ανάλογο σε μέγεθος και πληθυσμό κράτος, ενώ είναι και θεσμικά η καρδιά της Ευρώπης και δεύτερον, είναι μία χώρα, η οποία έχει παίξει έναν τεράστιο ρόλο στην ιστορία της Τέχνης.

Κατά πόσο είναι εφικτή η σταθεροποίηση μιας ταυτότητας σε ένα σκάφος που κάποια στιγμή ενδέχεται να αλλάξει τιμονιέρη; Χρειάζεται, αλήθεια, μια τέτοια σταθεροποίηση;

Το Μουσείο είναι το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και, κατά συνέπεια, ως Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης πρέπει να έχει μία ταυτότητα εθνική, με την έννοια του κοινού εθνικού στόχου ή του κοινού εθνικού οράματος. Ταυτόχρονα, έχει κάθε λόγο να ασχολείται με τη σύγχρονη τέχνη ευρύτερα, γιατί έτσι ενισχύει και την καλλιτεχνική παραγωγή της χώρας.

Είναι πάρα πολύ φυσιολογικό να αλλάζει ο τιμονιέρης ενός Εθνικού Μουσείου. Κι ευτυχώς που συμβαίνει αυτό. Αν δεν άλλαζε, θα ήταν κάτι πολύ κουραστικό και πληκτικό. Αυτή τη στιγμή, παραδείγματος χάρη, δουλεύω πάρα πολύ και πιέζομαι πάρα πολύ για να προλάβω κάτι. Αν ήμουν εδώ είκοσι χρόνια, δεν ξέρω εάν θα είχα την ίδια απόδοση, ούτε τον ίδιο ενθουσιασμό, τόσο εγώ, όσο και οι συνεργάτες μου.

Αποτελεί το ΕΜΣΤ άπιαστο όνειρο για άγνωστους, αλλά υποσχόμενους καλλιτέχνες;

Στόχος μας είναι να μην αποτελεί άπιαστο όνειρο για κανέναν. Έχουμε πάρα πολύ δρόμο για να το ανοίξουμε πρώτα απ’ όλα. Εξαρτάται όμως. Αν η ερώτηση είναι το αν θα μπορέσει να μπει ένας καλλιτέχνης και να κάνει αναδρομική, τότε ναι είναι άπιαστο το όνειρο. Εάν το Μουσείο ανοίξει τις πόρτες του, όχι μόνο στο κοινό, αλλά και στους νέους καλλιτέχνες για να δείχνουν την δουλειά τους, είτε ομαδικά, είτε μέσα σε θεματικές εκθέσεις, είτε με αφορμές με τελειόφοιτους των Καλών Τεχνών, τότε δεν είναι άπιαστο όνειρο. Αλλά, όπως σε όλα τα πράγματα, υπάρχει μία ιεράρχηση των προτεραιοτήτων, σε συνδυασμό με τη στρατηγική, τους στόχους, τη λογική και την προοπτική ενός οργανισμού.

Ξέρετε πόσοι είναι οι νέοι καλλιτέχνες; Εάν αποφοιτούν κάθε χρόνο από τις σχολές Καλών Τεχνών, το λιγότερο, 800 άτομα, πώς γίνεται να απορροφηθούν; “Νέος καλλιτέχνης” στη χώρα μας, είθισται να είναι κάποιος γύρω στα 50 του χρόνια. Αν ο στόχος όλων αυτών είναι να έχουν μία ατομική έκθεση, τότε ναι, μάλλον πρόκειται για άπιαστο όνειρο.

Ποια η διαδικασία επιλογής της μόνιμης συλλογής του Μουσείου;

Έχει γίνει ήδη η πρόταση κι έχει περάσει η έγκριση από το Συμβούλιο Μουσείων, όπως επίσης έχουν ολοκληρωθεί και η Μουσειολογική και η Μουσειογραφική Μελέτη, δηλαδή το πώς αυτό θα είναι εκτεθειμένο. Είναι αυτονόητο ότι δεν μπορούν να εκτεθούν εξαρχής τα πάντα. Μία μόνιμη συλλογή έχει κι αυτή έναν τίτλο ή ένα θέμα.

Δεν υπάρχει περιεχόμενο από καλλιτέχνες που θεωρούνταν σύγχρονοι τη δεκαετία του ’60, αλλά από καλλιτέχνες που θεωρούνται σύγχρονοι το 2017. Άλλωστε, για τη σύγχρονη τέχνη υπάρχει ένας ορισμός πολύ γενικός: “Η Τέχνη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο”. Έκτοτε, και φτάνοντας στο 2017, η Τέχνη περιλαμβάνει εξαιρετικούς καλλιτέχνες. Δεν είμαστε το αντίπαλο δέος της Πινακοθήκης, αλλά η ιστορική της συνέχεια αφενός και αφετέρου, προσεγγίζουμε κοινά ζητήματα τέχνης με διαφορετικούς τρόπους, με διαφορετικό προβληματισμό και με διαφορετικά μέσα. Άρα και λογικά, έναν Τσαρούχη κι έναν Μόραλη, που τους θεωρώ εξαιρετικούς καλλιτέχνες, δεν θα έρθει κάποιος να τους βρει εδώ. Θα τους βρει εδώ, μόνο εάν η Πινακοθήκη κι εμείς κάνουμε μία συγκριτική παρουσίαση των καλλιτεχνών που έκαναν την αλλαγή.

Εμείς, από την πλευρά μας, είμαστε λιγότερο ασφαλείς ως προς τις επιλογές μας και το αντικείμενό μας. Μία Πινακοθήκη ή ένα Μουσείο που ασχολείται περισσότερο με το παρελθόν και με πιο σταθερές και κλασικές αξίες είναι πιο ασφαλή ως προς το περιεχόμενό τους. Αυτά που συμβαίνουν στη Σύγχρονη Τέχνη, όπως και σε κάθε περίοδο αλλαγών, επιβεβαιώνουν την αξία τους μέσα στον χρόνο. Δεν σημαίνει ότι όλα όσα εμείς αυτή τη στιγμή υποστηρίζουμε, στο μέλλον θα γίνουν κλασικά. Όπως δεν σημαίνει ότι όταν ο Picasso ή ο Marcel Duchamp έκαναν αυτά που έκαναν θεωρούταν εξασφαλισμένη η συνέχειά τους και η εμπορική και άλλη αξία που θα έπαιρναν με την πάροδο του χρόνου. Ο χρόνος για την τέχνη είναι πανδαμάτωρ, όπως είναι και για τον άνθρωπο.

Σε προσωπικό επίπεδο, πως θα ορίζατε το κέρδος σας από αυτό το μεγάλο κι επιτυχημένο στοίχημα, ούσα στο τιμόνι του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης;

Το επιτυχημένο στοίχημα θα το συζητήσουμε το 2017. Το μεγάλο είναι βέβαιο. Θεωρώ ότι όλο αυτό με ξεπερνάει. Πρόκειται για μία πολύ μεγάλη πρόκληση, για την οποία έχω πλήρη συνείδηση της τεράστιας δυσκολίας και του τεράστιου κόπου που οφείλω εγώ, με τη βοήθεια των συνεργατών μου, να καταβάλουμε για να πετύχουμε κάτι από αυτά που φιλοδοξούμε. Ταυτόχρονα, έχω και πλήρη συνείδηση του πόσο μεγάλη ευκαιρία και προνόμιο είναι, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, να μπαίνεις σε μία τέτοια μάχη, από την οποία μπορεί βεβαίως να βγεις ή κερδισμένος ή χαμένος. Είναι μία μεγάλη ευκαιρία! Αισθάνομαι πάρα πολύ μεγάλη κούραση, πάρα πολύ μεγάλο φόβο, αλλά είναι ένα μεγάλο προνόμιο και τιμή και πλήρη συνείδηση της δυνατότητας που μου προσφέρεται.

H συνέντευξη από το έντυπο τεύχος του CITY CODE

https://www.facebook.com/EMST.NationalMuseumofContemporaryArt.Athens