Fragments Vol.2

βιβλιοδέτης.

του Γιώργου Μπίλιου

Μου ‘φέραν ένα αστυνομικό. Για δέσιμο. Πάντως απ΄τα άλλα καλύτερα. Τα αισθηματικά, εννοώ. Τι σάλτσες, Χριστέ μου. Ο ένας που έκανε αυτό, η άλλη ερωτευμένη με άλλον που μετά χωρίσανε. Βαρέθηκα ήδη. Τόσα βιβλία για τον έρωτα γραμμένα και, στην ουσία, δεν έχουν να σου πούνε τίποτα. Εμένα, δηλαδή. Γιατί εσάς, που τ’ αγοράζετε, μάλλον καλύπτουν τα κενά σας. Έτσι δεν είναι; Ερωτικά τρίγωνα, τετράγωνα, παραλληλόγραμμα. Όλα τα γεωμετρικά σχήματα. Βέβαια, εγώ δεν είμαι και κριτήριο, έτσι.

Τόσα χρόνια έχω μάθει να διαβάσω αποσπασματικά. Ό,τι προλαβαίνω στη δουλειά γιατί, μετά στο σπίτι, δεν μ’ αρέσει να φέρνω τη δουλειά. Άρα δεν διαβάζω. Το αλκοόλ μπορεί να σου πει τις πιο ανείπωτες ιστορίες. Δυο γουλιές και σε ταξιδεύουν στα πιο σκοτεινά σοκάκια της μνήμης σου. Κι εκεί όμως αποσπάσματα έχουν κρατηθεί. Όχι μεγάλες, μακρόσυρτες ιστορίες. Πυκνή δράση.

Έχετε παρατηρήσει ότι, όταν θυμάστε πράγματα, θυμάστε τους άλλους, την εικόνα τους, αλλά όχι εσάς. Σαν να έχει σβηστεί η φιγούρα σας, σαν να σκηνοθετούσατε εκείνη τη στιγμή, σαν να τραβούσατε εσείς τη φωτογραφία εκείνη…

Θυμάσαι; Η πρώτη μας εκδρομή. Να, εσύ είσαι εκεί, με εκείνο το φλοράλ μαγιό, που πάντα ήθελα να μαδήσω τα λουλούδια του. Κι εσένα μαζί τους. Τα βρίσκω καλύτερα με τα άψυχα παρά με τα έμψυχα. Μιλάω σε φωτογραφίες, σε πολυθρόνες, στα πιάτα της κουζίνας, στο ψυγείο. Ειδικά το ψυγείο είναι το αγαπημένο μου. Ώρες – ώρες θέλω να βγάλω τις αναμνήσεις μου και να τις βάλω στην κατάψυξη, να τις διατηρήσω, χωρίς να τις κουβαλάω μαζί μου συνέχεια. Γιατί έρχονται απρόσκλητες.
illustration: Amarildo Topalis

Σας είπα εγώ να έρθετε; Ποιος σας φώναξε; Θέλω να πιω το ποτό μου και να χάσω το βλέμμα μου στο άπειρο. Να κοιτάξω τον απέναντι δρόμο και να νομίζω ότι τώρα τον βλέπω για πρώτη φορά. Να ανακαλύπτω τις γωνίες του, τα μαγαζιά του, τα πεζοδρόμια ξανά. Όπως την πρώτη φορά. Με την αθωότητα του παιδιού που δεν ξέρει. Που κάνει ερωτήσεις. Θέλω να μάθω ξανά τι σημαίνει δρόμος, περπάτημα, αέρας, ήλιος, βλέμμα, βροχή, σκύλος, κορίτσι, έρωτας…

Ένας κύριος είναι κι αυτός ξαπλωμένος. Έχει ανοίξει τα χέρια του, σαν να προσεύχεται, και στέκεται ακίνητος. Γύρω του στέκονται άλλοι δύο. Ένας άντρας και μια γυναίκα. Εγώ δεν ξέρω πώς έφτασα εκεί. Αλήθεια. Δεν θυμάμαι…  Λες να κατόρθωσα να έβαλα τις αναμνήσεις μου στο ψυγείο τελικά; Αλλά τι έβαλα απ’όλα; Πότε συνέβη αυτό; Ο άντρας είναι ψηλός με μουστάκι.

Έχει ένα περίεργα πικρό χαμόγελο. Αλλά μιλάει έντονα. Η γυναίκα κρατάει τα χέρια της ενωμένα σαν προέκταση του στέρνου της και ψιθυρίζει κάτι στην καρδιά της. Με περιέργεια την κοιτούσα να απευθύνεται σ’ αυτήν και μετά να βλέπει τον κύριο. Τον ξαπλωμένο. Κι εγώ; Πού κολλούσα σ’ αυτό το σκηνικό; Τι ρόλο έπαιζα; Απευθύνθηκα στην κουρτίνα, ή σε κάτι που έμοιαζε με κουρτίνα, αλλά δεν μου επέστρεψε κάτι. Συνήθως απ΄τις συνομιλίες μου με τα αντικείμενα κάτι παίρνω. Τώρα σιωπή. Έκλεισα τα μάτια.

Πού βρίσκεται ο ήρωάς μας στην τελευταία σκηνή; (Αφήστε το σχόλιο σας εδώ)

1) Στο νοσοκομείο

2) Στην εκκλησία

3) Στο θέατρο

4) Προτείνετέ μας εσείς μια εναλλακτική

Ευχαριστώ πάρα πολύ για τις υπέροχες προτάσεις σας στο προηγούμενο τεύχος… Να ξέρετε ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί κάτι να χρησιμοποιηθεί.