του Γιώργου Μπίλιου

«Μαμά γιατί το λένε μετρό; Ποιος μετρά; Το τρένο; Και τι είναι αυτό; Α, καινούριο τρένο; Τραμ; Τι σημαίνει τραμ; Κι αυτό; Τηλεόραση; Για να βλέπουν οι επιβάτες; Να νομίζουν ότι είναι σπίτι τους; Κι αυτός ο κύριος γιατί φορά ακουστικά; Τι ακούει; Μουσική; Κι ο παππούς που έχει ακουστικά, μουσική ακούει;»…

Οι ερωτήσεις των παιδιών είναι σχεδόν το ίδιο αμείλικτες με την αλήθεια. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να την αντιμετωπίσεις από να την αντιμετωπίσεις. Και τα παιδιά μ’ αυτόν τον αθώο τρόπο, έξω από πλαίσια στρογγυλοποίησης, χωρίς καλολογικά στοιχεία, σε φέρνουν μπροστά σε πραγματικότητες. Πολλές, παράλληλες πραγματικότητες, αλλά πραγματικότητες. Γιατί παρατηρούν αυτό που συμβαίνει σαν να συμβαίνει για πρώτη φορά. Σαν να μην το έχουν ξανασυναντήσει. Του δίνουν σημασία.

Τη σημασία της παρατήρησης του καινούριου που εμείς χαμένοι στην καθημερινότητα αγνοούμε. Κι εμείς, σαν να μας διαπερνάει ηλεκτρικό ρεύμα, καλούμαστε να δώσουμε πειστικές απαντήσεις στο αν υπάρχουν κι άλλοι που μιλάνε ελληνικά εκτός απ΄τους ανθρώπους, να είμαστε σίγουροι ότι δεν υπάρχουν και να μας εκπλήσσουν, λέγοντάς μας ότι υπάρχουν και οι παπαγάλοι…

«Έλα, που είσαι; Τρέχω. Πήρα να δω τι κάνεις. Να σε πάρω αργότερα; Σόρρυ, αλλά πήζω. Ναι, όποτε θέλεις. Έχω άλλη γραμμή. Σ΄αφήνω. Τα λέμε μετά». Και δεν παίρνεις ποτέ. Κάτι άλλο μεσολαβεί, κάτι άλλο συμβαίνει. Ξεχνιέσαι. Και μπορεί να είναι φίλος.

Και μπορεί να σ’ έχει ανάγκη. Να έχει να μοιραστεί κάτι μαζί σου. Μια όμορφη στιγμή. Ένα φιλί. Μια ωραία ταινία. Ένα σύνθημα στον δρόμο. Ένα χαμόγελο. Μια τυχαία συνάντηση. «Θέλετε το δικό μου εισιτήριο; Εσείς; Όχι, εγώ τώρα έπιασα δουλειά. Ναι, εδώ. Να σας το ξεπληρώσω. Τι λέτε; Για ένα εισιτήριο; Καπνίζετε στριφτά; Ναι. Πάρτε το ένα πήρα 2 κουτιά φιλτράκια». Και βλέπεις τη σπίθα των ματιών να τρεμοπαίζει. Τα χέρια να γίνονται πλέγμα. Δυο άνθρωποι ξένοι, ξαφνικά γίνονται ένας. Αυτός που άπλωσε το χέρι κι αυτός που το έπιασε. Αυτός που ήταν συννεφιασμένος και κι αυτός που έλαμπε.

Η ανιδιοτέλεια μπορεί να προκύψει κι από το πουθενά. Αρκεί να είσαι ανοιχτός. Να δώσεις και να πάρεις. Αλλιώς τίποτα δεν πρόκειται να συμβεί, ποτέ. «Δικός σου ο σκύλος; Κι εγώ τον βλέπω καιρό, του δίνω νερό, καμιά φορά τον ταΐζω. Δεν έχω χώρο, θα τον έπαιρνα. Εσύ; Ναι; Θα’ ναι τέλεια. Έχεις; Να κεράσω καφέ; Άντε ρε, μένεις εδώ; Δεν σε είχα πετύχει»… Η αφορμή είναι η αγάπη. Όχι ο σκύλος. Ο σκύλος είναι το μέσο. Όταν αγαπάς, ψάχνεις τρόπους για να το δείξεις, δεν το κρύβεις. Καθημερινά, σε όποια έκφανση της ζωής σου. Τα ζώα είναι άδολα όντα, λειτουργούν με το ένστικτο και καταλαβαίνουν τι συμβαίνει συναισθηματικά μέσα σου. Θα σε επιλέξουν πριν τα επιλέξεις εσύ.

Υπέροχη αυτή η αίσθηση της πρωινής βροχής. Ο καφές, το τσιγάρο, το παράθυρο. Σε βοηθάει να ακονίζεις την σκέψη σου. Πάντα του άρεσε αυτό. Να θυμάται. Να παίζει στο μυαλό του την ταινία του μήνα. Του δικού του ξεχωριστού μήνα. Στο ίδιο καφέ. Την ίδια ώρα. Την ίδια μέρα. Πριν αρχίσει τη δουλειά του…

Διαφορετική ιστορία, διαφορετικές εναλλακτικές…

Ποιο είναι το επάγγελμα του ήρωά μας;
Α) Συγγραφέας
Β) Σκηνοθέτης
Γ) Ντετέκτιβ
Δ) Άλλο…(δώστε ιδέες, αφήστε την δική σας επιλογή ως σχόλιο κάτω απο την Puzzled ιστορία)

Γράψτε ό,τι θα σας έρθει στο μυαλό, αυτή τη φορά δεν πάμε με πλειοψηφία, μπορεί το πιο άσχετο επάγγελμα να είναι αυτό που επιλεχθεί για τη συνέχεια της ιστορίας