Ξύπνησα έπειτα από ώρες. Δεν θυμάμαι πόσες. Μπορεί να ήταν και μέρες. Άνοιξα τα μάτια μου, αλλά δεν έβλεπα καλά. Έχω την εντύπωση ότι δεν είχα ποτέ πρόβλημα όρασης. Κι όμως δεν έβλεπα. Έψαχνα δια της αφής μήπως ανακαλύψω κάτι που θα με επανέφερε στην πραγματικότητα, μακριά από τη θολούρα που απλωνόταν γύρω μου.

Το σεντόνι μου ήταν πεταμένο κάτω από το κρεβάτι, ενώ το πάπλωμα είχε στριμωχθεί στην άκρη του τοίχου φοβισμένο. Σκηνικό που μαρτυρούσε μάχη. Τι έγινε χθες το βράδυ; Τι διαφορετικό συνέβη; Ανοιγόκλεισα τις κόγχες των ματιών μου, αλλά τίποτα δεν άλλαζε. Με κόπο ψηλάφισα έναν σκελετό γυαλιών που είχε κρυφτεί μεταξύ μαξιλαροθήκης και βιβλίου. Τα φόρεσα και αυτόματα συνειδητοποίησα ότι ήταν για μένα. Βιβλίου;

bilios

Αναρωτήθηκα. Κοιτούσα το βιβλίο σαν εξωγήινος. Διάβαζα και ξαναδιάβαζα τον τίτλο, ξεφύλλιζα τις σελίδες του, αλλά δεν μου θύμιζαν τίποτα. Γύρισα στο οπισθόφυλλο για απαντήσεις. Συλλάβισα την υπόθεση του βιβλίου, τις κριτικές που είχαν δημοσιευτεί γι’ αυτό, αλλά για μένα όλα αυτά ήταν άγνωστα. Γιατί βιβλίο, γιατί εγώ, γιατί ένα αστυνομικό βιβλίο;

Ένα μάτσο γιατί και ερωτηματικά κρέμονταν από το ταβάνι, καθώς το βλέμμα μου έψαχνε απαντήσεις στον άδειο τοίχο. Σηκώθηκα με δυσκολία. Αφού περιπλανήθηκα αρκετά μέσα στο σπίτι, σέρνοντας το βήμα μου, έφτασα μέχρι το μπάνιο. Όταν αντίκρισα τον εαυτό μου, δεν μπορούσα να βρω τι κοινό έχω εγώ μ’ αυτόν τον τύπο που έχει μπει στον καθρέφτη μου. Έριξα νερό στο πρόσωπό μου μήπως φύγει η μάσκα που είχε κολλήσει πάνω μου, αλλά ήταν μάταιος κόπος. Ήθελα να βγάλω από πάνω μου όλα αυτό το λέπι.

Έκανα μηχανικές κινήσεις που δεν ήξερα για ποιο λόγο γίνονταν, αλλά το σώμα μου πρόσταζε και όλα τα μέλη του ακολουθούσαν. Σαν ένα καλοκουρδισμένο ρομπότ που ήξερε ακριβώς τι πρέπει να κάνει σε απόλυτο προγραμματισμό. Δεν υπήρχε καμία σκέψη πίσω από αυτό. Τίποτα. Μόνο πράξεις.

Πράξεις που δεν έκρυβαν λογική αλληλουχία. Απλά μια ιδιότυπη συνέχεια κάποιου που ξέρει τι κάνει και έτσι έχει συνηθίσει. Το σώμα μου λειτουργούσε μόνο του. Ήμουν απλά έρμαιό του. Έφτασα στην κουζίνα και έβαλα ένα ποτήρι νερό. Παράλληλα, ξεκίνησα να φτιάχνω καφέ.

Έβαλα τη μηχανή σε λειτουργία. Κατέβασα το φλιτζάνι από το ντουλάπι, έβαλα 2 κουταλιές μαύρη ζάχαρη και περίμενα στωικά μέχρι να είναι έτοιμη η μηχανή. Πήρα το βαζάκι με τον εσπρέσο, έβαλα μια κουταλιά στο στόμιο της μηχανής και κλείδωσα το στόμιο.

Πάτησα το κουμπί και ο καφές άρχισε αχνιστός να ακουμπάει τις πλευρές του φλιτζανιού. Η μυρωδιά του σκέπαζε το δωμάτιο. Μεθυστική. Πήρα τον καφέ, σαν υπνωτισμένος, και κατευθύνθηκα κοντά στο παράθυρο. Έστριψα τσιγάρο, κοίταξα έξω, ήπια δυο γουλιές καφέ και έτρεξα να φέρω το βιβλίο. Άνοιξα και είδα πάλι τον πρόλογο. «Υπέροχη αυτή η αίσθηση της πρωινής βροχής. Ο καφές, το τσιγάρο, το παράθυρο.

Σε βοηθάει να ακονίζεις τη σκέψη σου. Πάντα του άρεσε αυτό. Να θυμάται. Να παίζει στο μυαλό του, την ταινία του μήνα. Του δικού του ξεχωριστού μήνα. Στο ίδιο καφέ. Την ίδια ώρα. Την ίδια μέρα. Πριν αρχίσει τη δουλειά του…».

Ξαναδιάβασα τον τίτλο. «Ο βιβλιοδέτης», του Τζον Μάγιαλ.