από την Κάτια Κισσονέργη

«Με την ευχή μου, παιδιά μου! Να βρείτε στη ζωή σας έναν άνθρωπο με ίσκιο. Με ακούτε; Έναν άνθρωπο με ίσκιο!», το είπε  -έτσι απλά- και γύρισε με προσήλωση στη δουλειά της. Ήταν αρχές Σεπτέμβρη, αλλά ο ήλιος έκαιγε κι εκείνη καθόταν σ’ ένα ξύλινο καρεκλάκι μπροστά στην εξώπορτα του χαμηλού σπιτιού της, στην πλατεία του χωριού.

Είχε στην ποδιά της φασολάκια και τα καθάριζε σχολαστικά. «Τι εννοείτε να έχει ίσκιο;», τη ρώτησα μερικά δευτερόλεπτα μετά. Εκείνη πέταξε μια χούφτα φασολάκια στη λεκάνη με το νερό και δάγκωσε την άκρη από το φασολάκι που είχε κρατήσει στο χέρι της επίτηδες. «Πάνε και τα φασολάκια για φέτος. Τελευταία μαγειριά. Άμα τελειώνει ο καιρός τους, κλωστιάζουν. Δεν είναι εκείνο το τρυφερό. Να, δες!», μου πρότεινε την αφάγωτη άκρη, σπάζοντάς τη ταυτόχρονα. Να της έλεγα ότι στην Αθήνα δεν συνηθίζουμε να δαγκώνουμε ωμά τα φασολάκια ούτε όταν είναι τρυφερά;

Σε εκείνο το μικρό χωριό των πενήντα κατοίκων, η πραγματικότητα ήταν άλλη. Ήταν αληθινή. Το μάσησα και το άφησα να μου συστηθεί ωμό. Ακόμα δεν μου είχε απαντήσει στην ερώτηση  τι εννοούσε: «Άνθρωπο με ίσκιο». «Δίκιο έχετε», της είπα για τα φασολάκια. Ανάθεμα κι αν είχα καταλάβει. Ήμουν 22 χρονών κι εκείνη  93. Τι μπορεί να ήξερα από ζαρζαβατικά;

Η ζωή που θα γνώριζα μόλις άρχιζε. Το θέμα ήταν να μάθω τι εννοούσε, «άνθρωπο με ίσκιο». Αυτό, μάλιστα! «Τι εννοούσατε πριν, όταν είπατε για άνθρωπο με ίσκιο;», επέστρεψα στο θέμα μου. Στην πραγματικότητα, αν δεν ήταν αυτό στη μέση, ποτέ δεν θα είχα μασουλήσει εκείνο το ωμό φασολάκι. «Με ίσκιο, πουλί μου. Πώς να στο πω;», αγανακτούσε με τον εαυτό της που δεν έβρισκε έναν πιο εκφραστικό τρόπο και επανέλαβε: «Με ίσκιο! Κατάλαβες;»  Τίποτα δεν είχα καταλάβει. Εκείνο που καταλάβαινα ήταν ότι η φράση αυτή θα με κυνηγούσε μέχρι να την καταλάβω. Και επειδή τα μάγια έπιασαν, δεν ξέχασα ποτέ τη μορφή εκείνης της ζωισμένης γυναίκας.

Ολόλευκα μαλλιά, πυκνά και στιλπνά, στόλιζαν τη γονιδιακή της ευλογία. Μια μακριά πλεξούδα, στριφογυρισμένη και στερεωμένη σε κότσο, στη βάση του αυχένα. Τίποτα φλύαρο. Τίποτα φαύλο. Βαθιές και καθαρές ρυτίδες. Ο χρόνος ήταν εκεί, ανάμεσα στην κάθε πτυχή του προσώπου της. Στις μικρές παραμορφώσεις των κλειδώσεων των δακτύλων της. Στην κυρτωμένη ράχη της και στη θαμπάδα των ματιών της. Ο χρόνος ήταν εκεί και, συνεχίζοντας να είναι, θριάμβευε επί της φθοράς.

Τα παιδιά της εργάζονταν στην πόλη και τα εγγόνια, που τα είχε μαζί της για το καλοκαίρι, είχαν επιστρέψει ενόψει της επερχόμενης σχολικής χρονιάς. Ο σύζυγος είχε πεθάνει από χρόνια. Είχαν πάθει τα πνευμόνια του στην κατοχή και είχε ευαισθησία, μας είχε πει, συμπληρώνοντας: «Απ’ αυτό πήγε, θεός σχωρέστον!». Θα ήμασταν πέντε-έξι παιδιά σε εκείνη την εκδρομή και είχαμε καθίσει για καφέ στο μικρό καφενείο του χωριού. Το σπίτι της ήταν ακριβώς δίπλα. Όλα μας τα είχε ρωτήσει, μέχρι να έρθουν οι καφέδες. Από πού ερχόμασταν… Που πηγαίναμε… Αν ξέραμε το χωριό…

Μας είχε πει για τις εκτελέσεις που έκαναν οι Γερμανοί , λίγα μέτρα από εκεί που καθόμασταν. Για τα τάγματα ασφαλείας, τους αριστερούς και τον εμφύλιο. Για ένα βράδυ που κρυβόταν στο πηγάδι, λεχώνα ακόμα. Ποτάμι τα λόγια της. Ποτάμι που ξέπλενε τους φόβους, τις αγωνίες, τον πόνο…

Όλα τα ξέπλενε ο χρόνος που κυλούσε ορμητικά μπροστά. Τόσο ξένη πια από εκείνη την ίδια, που θαρρούσες πως μιλούσε για μια άλλη γυναίκα και όχι για τον εαυτό της. Ούτε ένα δάκρυ. Ούτε μια παύση συγκίνησης, ένα σπάσιμο της φωνής. Μόνο, που και που, κουνούσε το κεφάλι κοιτάζοντας το χώμα αφηρημένα, με μια έκφραση ανακούφισης.

«Τι να κάνεις;», έλεγε και ξανάλεγε, όταν την ρωτούσα επίμονα πώς ένιωθε για όλα εκείνα τα κινηματογραφικά κομμάτια της ζωής της. «Τι να κάνεις;», έτσι απλά. Ούτε καν ρητορικά. Τελεσίδικα το έλεγε. Χωρίς δράματα και αυτολύπηση.  Χωρίς φταίχτες και αθώους. Το ποτάμι των χρόνων της είχε λειάνει τις αιχμές της κατεβασιάς του. Οι πέτρες του εγωισμού στρογγύλεψαν. Τα βράχια των παθών μίκρυναν.

Οι κορμοί και τα ξύλα των ανεκπλήρωτων επιθυμιών παρασύρθηκαν. Τα λόγια της ανέβλυζαν απ’ την πηγή της επίγνωσης και, παρά τα εβδομήντα χρόνια που μας χώριζαν, όλοι γυρίζαμε τις καρέκλες μας προς το μέρος της. Μας ταξίδευαν τα λόγια της. Μας γαλήνευε η σιγουριά της.

Τι όμορφα που κατέβαινε το ποτάμι της στη θάλασσα! Ήσυχα. Αγόγγυστα! Όπως ακριβώς καθάριζε τα κλωστιασμένα φασολάκια του Σεπτέμβρη. Τα τελευταία της χρονιάς, όπως είχε πει. Θα μπορούσε και τα τελευταία της ζωής της. Έπειτα από χρόνια, ήμουν σίγουρη πως το είχε σκεφτεί, αλλά δεν το είχε πει ή έτσι μου φάνηκε. Κανείς δεν κατάφερε να βγάλει ούτε μία λέξη από εκείνες που σιγομουρμούριζε που και που, στα ενδιάμεσα των αφηγήσεων.

Πότε μάλωνε το μαχαίρι που τις γλιστρούσε και πότε τον ήλιο που τη ζέσταινε. Καμιά φορά, μάλωνε τα χέρια της και τα έλεγε ρημάδια.  Σπρώχναμε τις καρέκλες μας όλο και πιο κοντά της. Δεν καταλάβαμε για πότε την κυκλώσαμε, για πότε μπήκαμε στον ίσκιο της.

Φεύγοντας, μας έδωσε από ένα βάζο γλυκό του κουταλιού, σύκο. «Με την ευχή μου, παιδιά μου. Να βρείτε στη ζωή σας ένα άνθρωπο με ίσκιο. Με ακούτε; Έναν άνθρωπο με ίσκιο!»  «Τι εννοείτε με ίσκιο;», ακόμα ακούω τη φωνή μου να ρωτάει, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά. «Με ίσκιο, πουλί μου. Πώς να στο πω; Με ίσκιο! Κατάλαβες;» Αν κατάλαβα, λέει;