του Γιώργου Μπίλιου

Εκείνο το πορτοκαλί ποδήλατο… Του ήρθε ξαφνικά στο μυαλό. Σαν να έτρεξε μόνο του και να μπήκε απρόσκλητο στις σκέψεις του. Μα πόσα χρόνια πάνε πια; 20; Τότε που το είχε πρωτοδεί στη βιτρίνα εκείνου του καταστήματος στον Βόλο. Από εκείνη τη στιγμή κουβαλούσε τον θείο του, τάχα να πάνε βόλτα κάθε μέρα, μόνο και μόνο για να ανταλλάξουν μια ματιά. Με εκείνο το πορτοκαλί ποδήλατο. Και τώρα; Τι θέλει πάλι στη ζωή του;

Δεν άργησε να γίνει δικό του. Πήρε βαθιά ανάσα και κοίταξε το δρόμο, όπως απλωνόταν βαθύς, απέραντος. Η ματιά του συνάντησε την αγωνία του να τον κατακτήσει. Να τον γνωρίσει, σπιθαμή προς σπιθαμή, ρόδα με ρόδα, δρασκελιά με δρασκελιά. Δεν ήξερε να το οδηγεί όμως. Η ισορροπία ήταν μια έννοια άγνωστη γι’ αυτόν. Πάντα ήταν κοφτός, απότομος. Ή αυτό ή εκείνο. Δεν υπήρχε ενδιάμεση κατάσταση για κείνον. Μόνο άσπρο και μαύρο. Οι γονείς του, άλλωστε, είχαν καλά φροντίσει γι’ αυτό. Στα 10 του έπρεπε να αποφασίσει με ποιον θα έμενε. Διλημματικά. Απόλυτα. Δεν είχε περιθώριο συμβιβαστικής επιλογής. Άλλωστε, το διαζύγιο κάθε άλλο παρά συναινετικό ήταν. Η συμβίωση με τον πατέρα του δεν ήταν και εύκολη. Δύο άντρες μόνοι σ’ ένα σπίτι είναι μάλλον υπερβολή. Κι ο πατέρας του δεν ήταν από τους τύπους που θα αναλάμβανε και τον ρόλο της μάνας. Όχι. Εδώ μετά βίας και τον δικό του ρόλο έφερνε εις πέρας…

Πολλές φορές έφαγε τα μούτρα του. Οι βοηθητικές ρόδες δεν είναι βοηθητικές για κάποιον που έχει μάθει να τα κάνει όλα μόνος του και χωρίς βοήθεια. Τις πέταξε στα σκουπίδια την πρώτη μέρα. Τα γόνατά του είχαν μετρήσει όλους τους δρόμους της περιοχής, ασφαλτωμένους ή μη. Ανάγλυφα. Και καθημερινά. Οι αγκώνες του με δυσκολία έφερναν τα δάχτυλά του στα μαλλιά του. Κι αυτό τον ενοχλούσε περισσότερο απ’ όλα. Δεν μπορούσε να πιάσει τα μακριά μαλλιά που έπεφταν μπροστά στα μάτια του, φράζοντας τον δρόμο. Το άπειρο. Την προοπτική του.

Του πήρε σχεδόν μια βδομάδα να μάθει να τιθασεύει τον άγριο χαρακτήρα του ποδηλάτου. Όμως νίκησε. Ήταν καβαλάρης του και αχόρταγα ρουφούσε τη μία εικόνα μετά την άλλη. Σαν μανιώδης φωτογράφος που κλικάρει σε καθετί ενδιαφέρον. «Τι αίσθηση κι αυτή», μονολογούσε. «Αξίζει όλα τα παράσημα που κουβαλάει το σώμα μου από την άσφαλτο». Ήταν καλοκαίρι, κι εκείνο το πορτοκαλί ποδήλατο με την κόντρα ήταν ο συνοδοιπόρος του. Ξυπνούσε και κοιμόταν με τη σκέψη του. Σαν ερωτευμένος. Με την πιο ελκυστική και πιστή γυναίκα του πλανήτη. Που θα έκανε ότι της ζητούσε, ανά πάσα στιγμή. Στον βωμό του έρωτα. Στον βωμό της αναζήτησης. Σκάρωνε νέες διαδρομές στο μυαλό του και ήταν σίγουρος ότι εκείνη θα τις πραγματοποιούσε. Κάθε του φαντασίωση. Κάθε του επιθυμία. Ήταν το δικό του τζίνι. Όταν του έτριβε με τα πόδια τα πετάλια, εκείνο απογειωνόταν.

Αποφάσισε να κατέβει παραλιακά. Το θαλασσινό αεράκι του δημιουργούσε μια έντονη πλέον ανάγκη για μπάνιο. Όμως ήθελε να γευτεί λίγο ακόμα από το ταξίδι του, πριν αφεθεί γαλάζιο. Κατέβαινε χαρούμενα, τραγουδώντας έναν funky ρυθμό που του είχε κολλήσει από χθες. Είχε φορέσει ένα χρωματιστό σαλβάρι που του είχε πάρει δώρο η νονά για το Πάσχα. Ήξερε ότι του αρέσουν τα χρωματιστά. «Αυτό είναι για να το φοράς όταν κάνεις βόλτες με το πορτοκαλί ποδήλατο», του είπε. Πιο ασορτί δεν γινόταν. Αισθανόταν εξαιρετικά ελεύθερος. Ένα με τον αέρα. Το αδυσώπητο κορνάρισμα διέκοψε τη σκέψη του. Μάλλον καλύτερα, του δημιούργησε σκέψεις, γιατί εκείνη τη στιγμή ήταν το μυαλό του κενό. Ευχάριστα κενό. Λες και είχε αδειάσει απ΄ όλα όσα τον απασχολούσαν στις διακοπές. Ο πατέρας, η μητέρα, ο Γιάννης, τα μαθήματα… Η Βίκυ…

Η αλυσίδα άρχισε να αγκομαχάει. Πηδαλιούσε στον αέρα. Και πάλι…. Το σαλβάρι μπλέχτηκε μέσα της. Ένιωσε κάτι να τον τραβάει με δύναμη προς τα κάτω. Μια δίνη. Σαν καρχαρίας που δεν θα μπορούσε να του αντισταθεί. Το τιμόνι τρεμόπαιζε. Δεν μπορούσε να το ελέγξει…