To θέμα της παιδεραστίας μας έχει αγγίξει ιδιαίτερα αυτήν την περίοδο, με τα τελευταία κρούσματα που έχουν εκδηλωθεί. Ειδικοί έχουν πάρει σβάρνα τα κανάλια και μιλούν για ποσοστά τρομακτικά.
Το 75%, λέει, αυτών των ανθρώπων, που είναι πιθανό να τους τρέχουν τα σάλια με τα παιδιά μας, προέρχεται από το οικογενειακό ή ευρύτερο κοινωνικό μας κύκλο. Πατεράδες, παππούδες, συγγενείς, φίλοι, προπονητές, δάσκαλοι, παπάδες είναι λοιπόν υποψήφιοι να συμβεί κάτι μέσα στο ίδιο μας το σπίτι ή σε ένα σπίτι ή σε χώρο που εμπιστευόμαστε;

Θυμάμαι όταν μου την έπεσε ο οικογενειακός μας «φίλος» στο γραφείο, ενώ οι δικοί μου κάθονταν στο σαλόνι, ήμουν 14 χρονών. Ήξερα πώς να σηκωθώ να φύγω από τα γόνατα του και πώς να τον αποφύγω τα υπόλοιπα 24 χρόνια. Όμως αυτό που αναρωτιέμαι είναι το πώς πολύ πριν από τα 14, στα 5 ας πούμε, ένα παιδάκι είναι δυνατόν να αποφύγει τον μπαμπά, τον παππού, το θείο…ακόμα και την νταντά του (γιατί υπάρχει και ένα 25% που είναι γυναίκες), δηλαδή ανθρώπους στους οποίους εμπιστεύεσαι απόλυτα το παιδί σου ακόμα και όταν εσύ απουσιάζεις.

Σκέφτομαι λοιπόν τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαμε να κάνουμε τελικά τα παιδιά μας να γλυτώσουν την απειλή. Και ο μόνος που μου έρχεται είναι η ανοιχτή επικοινωνία τους με εμάς. Να μας πει εγκαίρως δηλαδή το παιδί αν κάποιος το «προσεγγίζει» περισσότερο από το συνηθισμένο. Γιατί το τυχαίο δε μπορείς να το προβλέψεις, όμως το εντός του περιβάλλοντός σου δεν γίνεται ξαφνικά! Παίζει ένα σχετικό ξεμονάχιασμα στην αρχή… Αυτό το ξεμονάχιασμα πρέπει να καταφέρουμε να μπορεί να μας το πει το παιδί άμεσα! Αυτά σκέφτομαι τελευταία… Ας μην πω για το bullying… που και πάλι στο ίδιο συμπέρασμα θα κατέληγα…
Φιλώ σας.
Β.