γράφει η Δέσποινα Μονογιού

Αγάπησα και κατανόησα καλύτερα την τέχνη και τις μαγικές της ιδιότητες, εκείνα τα τρία χρόνια στη σχολή σχεδίου, ούσα μαθήτρια του Παντελή. Ο καθηγητής του μαθήματος της Ιστορίας της Τέχνης ήταν αυτό που λέμε Δάσκαλος! Είχε, κατ’ εμέ, έναν απίστευτο τρόπο να μεταδίδει τις γνώσεις του, χρησιμοποιώντας το Λόγο, συνδυασμούς μουσικής και εικόνων, το δικό του συναίσθημα και πάθος. Χαρακτηριστικά, θυμάμαι να δακρύζω απέναντι από έναν προτζέκτορα που παρουσίαζε την Πιετά του Αγίου Πέτρου, από τον Μιχαήλ Άγγελο,  με το Χριστό ξαπλωμένο στην ποδιά της Μαρίας και με τη μουσική υπόκρουση να ζωντανεύει το γλυπτό, τόσο που νόμιζες πως ο Χριστός αναπνέει -αυτό ακριβώς που βιώνει κάποιος που συναντάει από κοντά το συγκεκριμένο έργο στο Βατικανό. Τέχνη για μένα ήταν πάντα τα έργα που μου προκαλούσαν συναίσθημα, τέχνη μεταφορικά ήταν και το έργο του Παντελή: η επιτυχής και ανιδιοτελής εκ μέρους του μετάδοση συναισθημάτων.

Το τι είναι τέχνη, τι ορίζει την τέχνη και ποια είναι τα όριά της, ήταν πάντα ένα καίριο ερώτημα. Ο Leo Tolstoy, στο δοκίμιό του υπό τον τίτλο “Τι είναι Τέχνη;”, κάνει λόγο για ένα μέσο ένωσης των ανθρώπων -του δημιουργού και του θεατή/ακροατή/αναγνώστη- μέσω κοινών  συναισθημάτων, για “ένα μέσο απαραίτητο για τη ζωή και την πρόοδο, προς την ευημερία των ατόμων και της ανθρωπότητας.” Τα συναισθήματα αυτά ποικίλουν και μπορεί να είναι είτε ευχάριστα είτε δυσάρεστα.

Σπουδαίος ήταν ο ρόλος της τέχνης και για τον Πλάτωνα όπου πίστευε πως η τέχνη είναι μια “ωφέλιμη ηδονή” που μπορεί να καλλιεργήσει αρετές, πάντα βέβαια υπό την επίβλεψη ενός νομοθέτη, καθώς οι παρενέργειές της μπορεί να είναι και καταστροφικές.

Ο Μπετόβεν, ιδιοφυΐα της κλασικής μουσικής, καταργεί τους απαράβατους κανόνες στην αναζήτηση του ωραίου. Στην 9η Συμφωνία, ή αλλιώς, Ύμνος στη Χαρά, ίσως η καλύτερη Συμφωνία του συνθέτη η οποία γράφτηκε σε δύσκολες για τον ίδιο συνθήκες, ο Μπετόβεν προσπάθησε να διδάξει στον κόσμο τη σημασία της αδελφοσύνης και της ευτυχίας.

Για το Ρώσο ζωγράφο της αφηρημένης τέχνης, Kandinsky, η Τέχνη είναι το αποτέλεσμα μιας εσωτερικής και πνευματικής ανάγκης, ως εκ τούτου, τα έργα έχουν σκοπό την πνευματική  ένωση δημιουργού και θεατή.

Η τέχνη πάντα ακολουθούσε τις ιστορικές εξελίξεις της εποχής της και εξέφραζε τις αγωνίες των πολιτών. Για το μεγάλο μας νομπελίστα ποιητή, Οδυσσέα Ελύτη, η τέχνη είναι “μια επανάσταση που δίνει τη μάχη της στα πιο προχωρημένα φυλάκια της ψυχικής συναισθηματικής πάλης του ανθρώπου για απολύτρωση, για καθαρή ζωή, για χαρά”. Ο καλλιτέχνης, αποσπασμένος από κάθε ταξικό ή ατομικό συμφέρον, είναι το όχημα που μεταφέρει τον πόθο λευτεριάς που υπάρχει σε κάθε άνθρωπο. Καθήκον του ποιητή είναι: “να ρίχνει σταγόνες  φως μες στο σκοτάδι.”

Το 1937, ο κορυφαίος Ισπανός ζωγράφος του κυβισμού, Pablo Picasso, ζωγραφίζει την Guernica, ένα πελώριο σε διαστάσεις έργο, για την φρίκη του Ισπανικού εμφυλίου πολέμου και την καταστροφή της ομώνυμης κωμόπολης, που εκφράζει την αγωνία των ανθρώπων, τη βαρβαρότητα του φασισμού και το θάνατο.

Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που η ιστορία της τέχνης καταγράφει άνθηση τεχνών ακόμα και σε δύσκολες κοινωνικοπολιτικά εποχές, όπως η περίοδος του Μεσαίωνα. Και σίγουρα δεν είναι τυχαία η σημερινή ανάγκη για δημιουργία, η ανάγκη για έκφραση μέσω της τέχνης. Χωρίς να σημαίνει πως η τέχνη – η κάθε μορφή τέχνης- πρέπει να εξυπηρετεί πολιτικές σκοπιμότητες, η ιστορία καταγράφει αμέτρητα παραδείγματα έργων  που εκφράζουν τον καημό, τον πόνο, την αγωνία της ανθρωπότητας στις εκάστοτε πολιτικές περιόδους.

Το τι αποτελεί τέχνη στην εποχή που βασιλεύει η τεχνολογία είναι μπέρδεμα για πολλούς. Προσωπικά, θα έλεγα, πως ενόσω υπάρχει σαφήνεια και πνευματική και ψυχική ειλικρίνεια εκ μέρους του δημιουργού, έτσι ώστε το μήνυμα να είναι ευνόητο για τον παραλήπτη και το συναίσθημα να μεταφέρεται με επιτυχία, οι μορφές της τέχνης μπορεί να πληθαίνουν και να εξελίσσονται χωρίς σύνορα. Είτε είναι ένα μουσικό έργο, ένα γκράφιτι σε τοίχο, ένας πίνακας, ένα κτίριο.

Προσωπική εκτίμηση, αυτό που έχει ανάγκη η εποχή μας δεν είναι πίνακες με απώτερο σκοπό την έκθεσή τους σε μουσεία, ούτε επιβλητικά κτίρια που προκαλούν δέος. Αυτό που πραγματικά χρειαζόμαστε, όσον αφορά την τέχνη, είναι ενάρετους δημιουργούς, ειλικρινείς καλλιτέχνες -όπως σημειώνει ο ποιητής- ανθρώπους που μπορούν να ρίξουν φως στο σκοτάδι, που μπορούν να αφυπνίσουν και να υπενθυμίσουν στον κόσμο την ανάγκη του ωραίου. Του ωραίου των Ελλήνων φιλοσόφων: του ωραίου ως Αγαθό.

Και δανειζόμενη τα λόγια του Picasso: “Γιατί να προσπαθείτε να καταλάβετε την τέχνη; Αφού δεν προσπαθείτε να καταλάβετε για τι κελαηδάει το πουλί.”