γράφει η Παμπ Χρυσή

Κι έχεις πιει, όχι πολύ, λίγο. Όχι υπερβολικά, τόσο όσο χρειάζεται. Τόσο όσο σε κάνει να γίνεις λίγο πιο πρόσχαρος, λίγο πιο αισιόδοξος, λίγο πιο χαμογελαστός, ρε άνθρωπε.

Κι έχεις πιει κι έχεις μεθύσει, λίγο, όχι πολύ, με πλάσματα δικά σου, αγαπημένα. Ίσως δε φταίει το αλκοόλ, ίσως φταίνε αυτοί οι δικοί σου, οι ολοδικοί σου, που γεμίζουν τη ζωή σου. Έλα, παραδέξου το, το πιο γλυκό μεθύσι της ζωής σου είναι Αυτό. Είναι Αυτοί.

Κι εκεί που σουρουπώνει και η βροχή κάνει μικρό διάλειμμα, θα περπατήσω, λες, θα κοιτάξω λιγάκι ουρανό, θα μυρίσω, θα αισθανθώ. Και βγαίνεις εκεί έξω στο ποτισμένο χώμα, εκεί στο δειλινό, εκεί που ο ήλιος μόλις δύει και γεμίζει χρώματα τον ουρανό.

Και περπατάς, βλέπεις, ανασαίνεις, μυρίζεις και χαμογελάς και ερωτεύεσαι τις μυρωδιές, τα φύλλα που ο αέρας άπλωσε στα πόδια σου, το βρεγμένο χώμα, τη θάλασσα που νιώθεις ευλογημένος γιατί βρίσκεται μια ανάσα μακριά σου. Αλλά, και να μη βρισκόταν, είσαι από τους ανθρώπους που θα τη ζωγράφιζες στον νου σου “Θάλασσα πλατιά από πάντα σ’ αγαπώ γιατί μου μοιάζεις, γιατί ούτε μια στιγμή δεν ησυχάζεις..”

Και συνεχίζεις να βαδίζεις, ενίοτε και να παραμιλάς, με ένα ζωγραφισμένο χαμόγελο στο πρόσωπό σου.

Να μυρίζεις και να αφουγκράζεσαι αγάπη κι ομορφιά…

Πόση ομορφιά τριγύρω μας, πόση ομορφιά μέσα μας, ομορφιά παντού, που, κολλημένοι στο “μαύρο”, ξεχνάμε να δούμε;

Ξανάρχισε ψιλόβροχο κι εσύ συνεχίζεις να χαμογελάς, να κοιτάς τον ουρανό που σκοτεινιάζει, ν’ αφήνεις τις σταλαματιές ζωής, της βροχής που κυλούν στο ακάλυπτο πρόσωπο σου και εσύ χαίρεσαι. Αισθάνεσαι ότι ξεπλένεις το μέσα και το έξω σου…

Βλέπεις την καταιγίδα να έρχεται και εσύ χαμογελάς, ξέρεις ότι τα πιο καλά από πάντα ήταν στα πιο απλά, στα καθημερινά, στα αληθινά. Βάζεις στοίχημα με τον εαυτό σου για να μην το ξεχάσεις, να κοιτάς πάντα τον ουρανό, πάντα ψηλά και να μην περιμένεις μόνο γιορτές, αργίες, ρε άνθρωπε, για να χαμογελάς. Σκάσε χαμόγελο, ΑΥΤΟ!

[divider]Τεύχος Μαρτίου 2016[/divider]