Παναγιώτης Μπουγιούρης: «Δεν κάνουμε Τέχνη για να μη ζούμε.»

 

Συνέντευξη: Γιώτα Δημητριάδη

Φωτογραφίες: George Alexandrakis Photography, Creative Art: Amarildo Topalis,  Grooming: Penny Kandilioti, Styling: Nayo P

Τι και αν είναι γοητευτικός και λαμπερός; Τι και αν η μικρή οθόνη, για πολλούς, τον κάνει οικείο πρόσωπο, που μοιράζεται καθημερινά τα πάθη του με το κοινό; Ο ίδιος, όπως δηλώνει στο Citycode, θα προτιμούσε να μην έδινε συνεντεύξεις ή, τουλάχιστον, όταν αυτό συνέβαινε, να μιλούσε μόνο για την δουλειά του. Όπως κάνουν οι συνάδελφοί του στο εξωτερικό.

Έτσι, αυτή η συνέντευξη μοιάζει με μια παρένθεση ανάμεσα σε κάτι που ο Παναγιώτης Μπουγιούρης αγαπά πολύ και που «τον κάνει να πίνει νερό», όπως θα μου πει χαρακτηριστικά, στο θέατρο!

Σ’ ένα μικρό καφέ,στο κέντρο της πόλης, η χρονική παρένθεση θα χαρίσει τον ζωτικό χρόνο της συνέντευξης. Εκείνος ευγενικός, ανοιχτός και με το χιούμορ που διαθέτει, θα απαντήσει στις ερωτήσεις, με ειλικρίνεια και αυτογνωσία. Ο Παναγιώτης δείχνει να τα ‘χει καλά με τον εαυτό του και την Τέχνη του. Λίγο αργότερα, αφού έχει ρουφήξει με μιας τον φυσικό χυμό, θα φύγει γεμάτος ενέργεια για την πρόβα.

Το επόμενο ραντεβού μας θα είναι στην παράσταση, στον φυσικό του χώρο. Εκεί, όπου  «μπορεί να εκτεθεί στο έπακρο, να τσαλακωθεί και να τολμήσει πράγματα, πέρα και πάνω από τον εαυτό του», όπως, χαρακτηριστικά, θα μου πει.Γιατί, πολύ απλά, κάνει αυτό που αγαπά. Ανασταίνει τους ήρωές του.

 

Πριν από λίγους μήνες δήλωνες ότι :»Η κωμωδία είναι ομαδικό παιχνίδι και εγώ έμαθα να παίζω μπάλα μόνος μου.» Τώρα σε βρίσκουμε να κάνεις πρόβες για μια κωμωδία στο θέατρο «Ακάδημος». Αποφάσισες, λοιπόν, να κατέβεις στην επίθεση με συμπαίκτες;

Είδες!(γελάει)Η κωμωδία πάντα μου άρεσε, αλλά στο θέατρο ήθελα, κυρίως, να αναμετρηθώ με κλασικούς ρόλους του δραματικού ρεπερτορίου. Μέσα μου, όμως, πάντα υπήρχε μια επιθυμία να παίξω και κωμωδία και ήταν και μια απαίτηση και των φίλων μου, που μου έλεγαν ότι έχω πολύ χιούμορ και πρέπει να το εκμεταλλευτώ και στη σκηνή.

Η πρόταση ήρθε από τον Χρήστο Χατζηπαναγιώτη, έναν συνάδελφο που εκτιμώ και θαυμάζω, το ίδιο και τους υπόλοιπους ηθοποιούς του θιάσου. Επιπλέον, το έργο είναι εξαιρετικό. Επομένως δέχτηκα με χαρά. Ίσως και ο Θοδωρής(Πετρόπουλος) να επέμενε να παίξω εγώ για να πάρει το αίμα του πίσω,επειδή είχα κάνει τη συγκεκριμένη δήλωση…

Το γεγονός ότι ο συνάδελφός σου Χρήστος Χατζηπαναγιώτης σκηνοθετεί, σου ξυπνά την αρχική σου επιθυμία για τη σκηνοθεσία;

Ναι, σίγουρα. Αυτή η σχέση δεν με έχει εγκαταλείψει ποτέ. Προσπαθώντας να αυτοεκπαιδευτώ, ψάχνω διαρκώς να βρω τρόπους και δικλείδες, που μπορούν να βοηθήσουν έναν ηθοποιό και θα λειτουργήσουν είτε στον εαυτό μου είτε σ’ έναν συνάδελφο. Αυτό το κομμάτι της σκηνοθεσίας με γοητεύει. Όχι το κομμάτι της δημιουργίας μιας ατμόσφαιρας, αλλά αυτό που στο εξωτερικό λένε «coaching». Πώς να καθοδηγήσεις έναν ηθοποιό, να τον ξεκλειδώσεις για να δώσει το καλύτερο που μπορεί και που απαιτεί και ο εκάστοτε ρόλος.

 

Αυτό που μου περιγράφεις ακούγεται πολύ κοντά και με τη διδασκαλία. Έχεις σκεφτεί να διδάξεις ποτέ, όπως πολλοί συνάδελφοί σου;

Παρόλο που μου έχει προταθεί στο παρελθόν δεν το έχω αναλάβει. Γιατί είχα και άλλες επαγγελματικές υποχρεώσεις και δεν θα ήμουν συνεπής με τους μαθητές μου. Γεγονός πολύ σημαντικό για μένα, γιατί αυτοί οι άνθρωποι εναποθέτουν σ’ εσένα την εμπιστοσύνη και την προσοχή τους. Επιπλέον, πριν τολμήσω να κάνω κάτι τέτοιο, θέλω να συλλέξω και την εμπειρία μου και τις γνώσεις που έχω από τους καθηγητές μου και να τα εντάξω σ’ ένα υποτυπώδες «σύστημα». Να έχω δηλαδή έναν τρόπο διδασκαλίας και να μην κάνω μόνο μια κουβέντα, απλώς μοιράζοντας την εμπειρία μου από αυτή τη δουλειά.

Στη σχολή είχες καθηγητή τον Στάθη Λιβαθινό και στη συνέχεια ήσουν μαζί του στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Γνωρίζοντάς τον λοιπόν προσωπικά, πώς σχολιάζεις τα γεγονότα του Εθνικού;

Οφείλω να ομολογήσω ότι με τον Στάθη Λιβαθινό έχουμε μια σχέση αγάπης και μίσους και το λέω με πολύ χιούμορ. Υπάρχει μεγάλη αγάπη και εκτίμηση μεταξύ μας. Πραγματικά, είναι ένας από τους μεγαλύτερους δασκάλους και συνεργάτες στο θέατρο. Παράλληλα, όμως, επειδή είμαστε και οι δύο ισχυρές προσωπικότητες και ο καθένας είχε ανάγκη να ακολουθήσει το δικό του προσωπικό όραμα, υπήρξαν και καλλιτεχνικές διαφωνίες. Αυτό, όμως, σε καμία περίπτωση δεν μειώνει την αγάπη και τον αλληλοσεβασμό που υπάρχει. Τώρα, χωρίς να γνωρίζω ποια ακριβώς είναι η κατάσταση στο Εθνικό, αλλά μόνο και μόνο από όσο γνωρίζω τον Στάθη, τα επτά συναπτά έτη, που συνεργαστήκαμε, ξέρω πολύ καλά το πάθος του να δημιουργήσει μια σχολή σκηνοθεσίας. Επιπλέον, η σκέψη του να μεταφερθεί η σχολή με βρίσκει και εμένα σύμφωνο για πολλούς λόγους. Είμαι σίγουρος ότι κάποιος τον εμποδίζει. Αν είναι το Δ.Σ πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες του.

Αυτό που μου λες τώρα ότι με τον Λιβαθινό είχατε «μια σχέση αγάπη και μίσους», που φαντάζομαι ότι για έναν νέο ηθοποιό, μη σκληραγωγημένο, είναι αρκετά ψυχοφθόρο σε συνδυασμό με μια δήλωση σου πως «Δεν κάνουμε Τέχνη για να μη ζούμε». Ήταν παράγοντες που σε οδήγησαν σε κάποιες πιο »εμπορικές» επιλογές στη συνέχεια της καριέρας σου;

Θα κρατήσω αυτό που μου θύμισες ότι «Δεν κάνουμε Τέχνη για να μην ζούμε». Σαφώς θα υπάρξουν στιγμές της ζωής που θα παθιαστείς και θα βάλεις αυτό που θα κάνεις εκείνη την στιγμή σε προτεραιότητα. Όμως και πάλι πρέπει να έχεις την αυτογνωσία ότι το κάνεις αυτό και όχι να θεωρείς ότι είναι κάτι το φυσιολογικό. Η ζωή και η Τέχνη πρέπει να αλληλοτροφοδοτούνται. Αν αποκοπεί το ένα από το άλλο, δεν υπάρχει κανένα νόημα. Από την άλλη μεριά, για να είμαι απόλυτα σαφής, στην καριέρα μου έγιναν και πράγματα που μ’ έκαναν ευρύτερα γνωστό και γι’ αυτό αισθάνομαι πολύ τυχερός. Δεν σταμάτησα βέβαια ποτέ να υπηρετώ το θέατρο. Ούτε υπέπεσα σε εύκολες λύσεις, επιλέγοντας θεατρικές παραστάσεις που θα μου εξαργύρωναν την τηλεοπτική επιτυχία μιας σειράς. Θεωρώ ότι κράτησα πολύ καλές ισορροπίες. Υπηρετώντας το θέατρο, που έμαθα, που αγαπώ και που με κάνει να πίνω νερό!

Δεν μου άρεσε ποτέ η δικαιολογία που άκουγα από συναδέλφους ότι κάνουν τηλεόραση μόνο για τα χρήματα. Δεν είναι αλήθεια αυτό και στην τηλεόραση μπορείς να κάνεις τη δουλειά σου σωστά. Σίγουρα μπορείς να μην τύχεις της ανάλογης υποστήριξης, αλλά εσύ ως ηθοποιός αυτό που θα καταθέσεις μέσα από το ρόλο σου, μπορείς να το παιδέψεις, μπορείς να το ζουλήξεις το σωληνάριο της οδοντόκρεμας και πραγματικά να δώσεις τη δική σου πινελιά!

 

Στην τηλεόραση πιστεύεις ότι το έχεις καταφέρει αυτό σ’ όλες σου τις δουλειές;

Από άποψη προθέσεως και μεθόδου δουλειάς, ναι.

Από άποψη αποτελέσματος;

Δεν θέλω να περιαυτολογήσω, αλλά θεωρώ, μάλλον, πάλι ναι. Γιατί ακούω από τον κόσμο, να μου λέει μπράβο ότι του αρέσει ο τρόπος που παίζω και ότι βλέπει έναν ηθοποιό οργανικό που πάλλεται και αγωνίζεται και όχι απλά διεκπεραιώνει.

Έχεις πει ότι είσαι ένας άνθρωπος που κλείνεσαι στον εαυτό σου και μιλάς για σένα μόνο πίσω από την ασπίδα των ρόλων. Μπήκες ποτέ στη διαδικασία να ψάξεις γιατί συμβαίνει αυτό, μέσα από κάποια ψυχοθεραπευτική διαδικασία;

Δεν ξέρω γιατί συμβαίνει αυτό, αλλά σίγουρα είναι μια μορφή άμυνας. Δεν το έχω ψάξει επιστημονικά. Μπορώ να εκτεθώ στο έπακρο στο πλαίσιο κάποιου ρόλου, να τσαλακωθώ, να τολμήσω πράγματα πέρα και πάνω από τον εαυτό μου. Όμως, ως άνθρωπος, δεν μου αρέσει να εκτίθεμαι. Ακόμα και μια συνέντευξη στην τηλεόραση ή και τώρα αυτήν τη στιγμή, δεν μου είναι πολύ ευχάριστη. Αν μπορούσα να κάνω αποκλειστικά τη δουλειά μου, χωρίς να εμφανίζομαι πουθενά, θα ήμουν πολύ ευχαριστημένος.

Αυτή η σχέση σου με τα Μ.Μ.Ε ήταν έτσι από την αρχή ή στην πορεία ίσως κάποιοι δεν σου φέρθηκαν καλά και αισθάνεσαι έτσι;

Όχι, τα Μ.Μ.Ε μου φέρθηκαν πολύ καλά! Οι δημοσιογράφοι, αλλά και οι άνθρωποι που με φιλοξένησαν στις εκπομπές τους με κολάκεψαν πάρα πολύ. Εγώ,ως άνθρωπος, είμαι κάπως αμήχανος, μ’ όλη τη διαδικασία. Ζηλεύω τους συναδέλφους μας στο εξωτερικό, που όταν τους παρακολουθώ σε συνεντεύξεις τους στο πλαίσιο κάποιας ταινίας ή θεατρικής παράστασης μιλούν μόνο για τη δουλειά τους.Εδώ οι περιπτώσεις που έχεις κληθεί να κάνεις κάτι τέτοιο, ως ηθοποιός, είναι ελάχιστες ή μηδαμινές. Τις περισσότερες φορές μιλάς για 9 ή 9,9 άσχετα πράγματα και το 0,1 θα αφορά την ταυτότητα της παράστασης.

 

Ποια είναι, λοιπόν, η πιο εκνευριστική ερώτηση που σου κάνουμε εμείς οι δημοσιογράφοι;

Όταν κάποιος δημοσιογράφος, προσπαθώντας να με πειράξει, μου λέει :»Θα σε ρωτήσω ό,τι θέλω, εντάξει;» και εγώ του απαντάω με πολύ άνεση :»Κανένα πρόβλημα!Θα με ρωτήσεις ό,τι θέλεις και θα απαντήσω ό,τι θέλω!»

Δεν υπάρχουν ερωτήσεις που σου γίνονται πολύ συχνά και σε κουράζουν;

Αυτό που μ΄ενοχλεί καμιά φορά και σπάνια συμβαίνει στις έντυπες συνεντεύξεις, κυρίως συμβαίνει στις τηλεοπτικές, είναι η νοοτροπία κάποιων τηλεοπτικών παρουσιαστών, οι οποίοι υποπίπτουν στο κυνήγι της τηλεθέασης και χαμηλώνουν τον πήχη της αξιοπρέπειας και του σεβασμού του κοινού. Δεν με ενοχλούν τόσο οι ερωτήσεις όσο η δικαιολογία: «Αυτά θέλει να δει ο κόσμος»!

Πιστεύεις, δηλαδή, ότι το κοινό εκπαιδεύεται;

Συμβαίνει και αυτό, αλλά το βρίσκω αλαζονικό να το πω. Εγώ δεν θέλω να εκπαιδεύσω κανέναν, λέω αυτό που λέει ο Γκάντι «Γίνε εσύ η αλλαγή που επιθυμείς να δεις στον κόσμο». Άρα, λοιπόν, αν θέλω κάτι από εσένα, καλό θα είναι να το ακολουθήσω εγώ πρώτα.

Τι όνειρα κάνεις για το μέλλον;

Ωραίους ρόλους!

Ο Παναγιώτης Μπουγιούρης θα πρωταγωνιστεί στην παράσταση «Αναμείνατε στο ακουστικό σας», στο θέατρο «Ακάδημος», σε σκηνοθεσία Χρήστου Χατζηπαναγιώτη

Η συνέντευξη και οι φωτογραφίες είναι πνευματική ιδιοκτησίας του City Code Ν2121/1993. Δεν μπορεί να αναπαραχθεί με το οποιοδήποτε τρόπο χωρίς γραπτή παραχώρηση. Ευχαριστούμε για την κατανόηση.