ιστορίες της διπλανής πόρτας

…στην οποία δεν ξέρεις ποιος μένει!

_____________________________

παίζουμε φανερό;

 φίλοςάτομο με το οποίο αναπτύσσει κάποιος μια (στενή) κοινωνική σχέση, η οποία βασίζεται στην αμοιβαία αγάπη, συμπάθεια, εκτίμηση*

Untitled-2

Αυτό ορίζουνε τα λεξικά. Και σε κάνουν να αναρωτιέσαι πότε θα έρθει εκείνη η εποχή που ένα βιβλίο δε θα σου περιγράφει απλώς κάτι, αλλά θα σου το «δίνει» κιόλας (θα καταλάβετε πιο κάτω, υπομονή). Γιατί φίλος, ναι, θεωρητικά είναι αυτό που λέει ο ορισμός, αλλά πρακτικά είναι μια σειρά από συναισθήματα, από πράξεις, από στιγμές που οι λέξεις μπορούν απλώς να σου τα περιγράψουν. Και αναρωτιέσαι λοιπόν πότε θα ανοίγεις ένα βιβλίο και θα νιώθεις. Εδώ πάει το θα σου το «δίνει»”. Θα νιώθεις. Χωρίς περιγραφές. Μόνο συναίσθημα. Θα ανοίγεις το λεξικό στο λήμμα «φίλος» και θα νιώθεις όλα αυτά που πραγματικά σημαίνει, όλα όσα γεμίζουν την ψυχή σου κάθε φορά που είσαι μαζί του, όλα όσα προσπαθείς να χωρέσεις στα λόγια, αλλά τα λόγια δε χωράνε.

Επιστημονική φαντασία; Ίσως. Αλλά κάποια στιγμή θα γίνει. Εμείς μπορεί να μην το προλάβουμε, αλλά θα γίνει. Μέχρι τότε βέβαια πορευόμαστε με τις λέξεις και τις περιγραφές. Κι ας μη χωράνε την ουσία. Κι αυτές οι λέξεις είναι που γυρίζουνε τις τελευταίες μέρες στο μυαλό μου και ψάχνουν τρόπο για να γίνουνε περιγραφή.

Κάποιοι λένε πως ο φίλος στην ανάγκη φαίνεται. Άλλοι πάλι -που κουράζονται απ’ τα τετριμμένα και ψάχνουνε μια άλλη αλήθεια για να τους εκφράσει- λένε πως τον φίλο σου τον βλέπεις στη χαρά σου. Εμένα όλα αυτά μου έκαναν πάντοτε κάτι από κρυφτό. Εκείνο το παιχνίδι που παίζαμε παιδιά; Αυτό. Ότι είναι ο φίλος δηλαδή κάπου κρυμμένος (πάνω στο δέντρο; πίσω απ’ το δέντρο; μπροστά στα μάτια σου; μέσα στα χέρια σου; μες στου βοδιού το κέρατο; μες στης πόλης το χαμάμ; …δεν ξέρω τέλος πάντων πού…) και περιμένει όχι να φτύσεις και να βγεις, αλλά να βγεις χαμένος ή κερδισμένος σε κάτι για να φανερωθεί. Κι από ‘κει να καταλάβεις αν αξίζει να τον έχεις στη ζωή σου ή πρέπει να παίξεις μαζί του και κυνηγητό: Nα τρέχεις μακριά του κι αυτός να μη σε πιάνει.

Εγώ πειράζει που δε θέλω να παίζω με τους φίλους μου ούτε κρυφτό ούτε κυνηγητό; Τίποτα απ’ τα δύο. Φανερό θέλω να παίζω! Ολοφάνερο! Ούτε να κλείνω μάτια ούτε να κρύβονται ούτε να μετράω μόνος μου τον χρόνο ούτε να τους ψάχνω και να μοιραζόμαστε μαζί τη χαρά να τους βρίσκω ή στη λύπη να με φτύνουνε. Φανερό! Να ‘μαστε εκεί, συνέχεια, ο ένας για τον άλλον. Και στα εύκολα και στα δύσκολα. Και στην εύρεση και στο φτύσιμο, βρε αδερφέ! Αυτό θέλω. Και ευτυχώς το έχω!

Μπαίνοντας στον Αύγουστο λοιπόν και κλείνοντας έτσι μια περίοδος (αφού πια οι περισσότεροι μετράμε τον χρόνο σε σεζόν), έχω να πω πως αυτό το χειμωνοκαλόκαιρο του ’13-’14 είχε τα πάντα. Και εύκολα και δύσκολα. Και εύρεση και φτύσιμο. Και μπορεί να κυριάρχησαν κυρίως τα δεύτερα μέρη από τα παραπάνω, αλλά υπήρχαν κάπου-κάπου και τα πρώτα, ας μην είμαστε αχάριστοι. Και οι φίλοι μου ήταν πάντα εκεί. Ακόμα κι αν ήταν στην άλλη άκρη της Ελλάδας ή της γης, ακόμα κι αν η ώρα ήταν περασμένη και ο ύπνος τους στο πιο γλυκό του σημείο, ακόμα κι αν οι ίδιοι ήταν σε κατάσταση εύρεσης ή φτυσίματος, ήταν πάντα εκεί. Δίπλα μου δηλαδή. Πάντα να παίζουν φανερό. Με όλη τη διάθεση και την ενέργεια που απαιτεί ένα παιχνίδι. Αυτό το παιχνίδι.

Με όλη τη διάθεση και την ενέργεια που απαιτεί μία σιωπή στα δύσκολα, μία κραυγή στα εύκολα, η ενοχή επειδή σωπαίνεις ή η υπερβολή επειδή φωνάζεις. Με όλη τη διάθεση και την ενέργεια που απαιτεί να λυπάσαι μαζί με τον άλλον, να σου χαλάει η διάθεση, ενώ εσύ μπορεί να ζεις την ωραιότερη στιγμή σου, να τσαντίζεσαι γιατί τον αδικούν, να θες να δείρεις κόσμο γιατί δεν τον υπολογίζει, να στενοχωριέσαι που τον απορρίπτουν, να σκίζεις τα ρούχα σου γιατί έχει δίκιο και δεν μπορεί να το βρει πουθενά, να ακούς τα δύσκολά του ξανά και ξανά απλώς και μόνο για να τα ακούς, χωρίς να έχεις να του πεις ή να θέλει κι ο ίδιος να ακούσει κάτι. Με όλη τη διάθεση και την ενέργεια που απαιτεί να κάνεις τη χαρά του άλλου δική σου, να φωτίζεις επειδή φώτισε, να συγκινείσαι επειδή ξεχώρισε, να χειροκροτείς επειδή ερωτεύτηκε, να τρώτε παγωτό μαζί το ξημέρωμα και να αδειάζετε ψυγεία και ντουλάπια λέγοντας κάτι ευχάριστο που συνέβη, να πηγαίνεις στη δουλειά και να νυστάζεις επειδή ο φίλος σου δεν είχε ύπνο το προηγούμενο βράδυ και ήσουνα εκεί να ξαγρυπνήσεις μαζί του. Με όλη τη διάθεση και την ενέργεια που απαιτεί να τα κάνεις όλα αυτά όταν βαριέσαι, όταν δεν είσαι καλά, όταν κρυώνεις και δε θες να βγεις απ’ τα ζεστά σου, όταν ζεσταίνεσαι και δε θες να φύγεις απ’ το aircondition σου, όταν έχεις κι εσύ να μοιραστείς κάτι μαζί του αλλά το βάζεις σε δεύτερη μοίρα γιατί προέχει το μοίρασμα του φίλου σου. Όταν πιέζεσαι, ρε παιδί μου, να κάνεις κάτι που εκείνη την ώρα δε γουστάρεις, αλλά το κάνεις γιατί πρόκειται για εκείνον και η ταλαιπωρία αξίζει και τελικά βλέπεις πως στο τέλος ούτε αυτή σε νοιάζει αφού ο φίλος σου είναι ευτυχισμένος που ήσουνα εκεί κι αυτή είναι η καλύτερη ξεκούραση. Ή τουλάχιστον πρέπει να είναι.

Και για τους δικούς μου φίλους είναι. Το είδα, το ένιωσα, το κατάλαβα καθόλη τη διάρκεια αυτού του χειμωνοκαλόκαιρου. Δεν ξέρω τι ορισμό δίνουνε τα λεξικά για το λήμμα «τύχη» και δε με νοιάζει, αλλά όταν έπειτα από χρόνια -στο πλαίσιο της επιστημονικής φαντασίας που λέγαμε πριν, που όμως θα γίνει κάποτε πραγματικότητα- θα τα ανοίγεις και θα νιώθεις το συναίσθημα των λέξεων, το συναίσθημα γι’ αυτή τη λέξη είμαι σίγουρος πως θα ‘ναι αυτό ακριβώς που νιώθω εγώ για τους δικούς μου φίλους. Αυτούς που δεν μπαίνουνε σε λέξεις και που τόσο άτσαλα προσπάθησα να περιγράψω με όλα τα παραπάνω. Αυτούς που τους ευχαριστώ που υπάρχουν και μισούν το κρυφτό όπως κι εγώ. Αυτούς που εύχομαι να έχω κι εγώ για εκείνους την ενέργεια και τη διάθεση για πολλούς πολλούς γύρους φανερού για πολλά πολλά χρόνια ακόμα…

  Υ.Γ.: Κι αν κάποτε φύγετε, μην τρέξετε. Κυλήστε απ’ τη ζωή μου όπως το (φα)νερό στα τόσα χρόνια. Είμαι πολύ αγύμναστος και για κυνηγητό.

*πηγή: http://www.greek-language.gr