της Κάτιας Κισσονέργη

«Είμαι Μήδεια για αυτόν τον τόπο! Μπορώ να κάνω τρομερά πράγματα!», είχε πει κάποτε, σε συνέντευξή της στο κρατικό κανάλι, όταν ομολόγησε ότι ο αγαπημένος της ρόλος ήταν εκείνος της Μήδειας. Ένα όνειρο που παρέμεινε ανεκπλήρωτο. Δεν μπόρεσε να ερμηνεύσει -στην Επίδαυρο- τον χαρακτήρα της αρχαίας, παιδοκτόνου μάγισσας.  «Δεν με ήθελαν στην Επίδαυρο, παρ’ όλες τις εξορίες και τους διωγμούς», δήλωνε χαμογελώντας στην κάμερα, με ένα χαμόγελο που είναι δύσκολο να πεις ποια χαρά κουβαλούσε την ύπαρξή του. Η χαρά του θάρρους της αλήθειας της ή η χαρά της γνώσης ότι εύκολα μπορούσε να πραγματοποιήσει την επιθυμία της, ασκώντας εξουσία, κάτι που επέλεξε να μην καταδεχτεί ποτέ. Ακόμα και ως υπουργός πολιτισμού, όταν πια οι αποφάσεις περνούσαν από εκείνη.  Η Μελίνα κοιτούσε κατάματα και, όταν κάρφωνε τον συνομιλητή της, με το βλέμμα, είχε την τάση να γέρνει ελαφρώς το κεφάλι της προς τα κάτω, ανασηκώνονταν τις κόρες των ματιών της όσο πιο ψηλά γινόταν. Και δεν σταματούσε να κοιτά, μέχρι να βρει ψυχή. Κατά προτίμηση βαθειά.  Το βλέμμα της κρατούσε πάντα κάτι από τον υπαινιγμό ότι ευχαρίστως θα έπεφτε στο μαχαίρι ξανά και ξανά. Σαν αέναα στοιχειωμένο καρέ, από το φιλμ της Στέλλας.

Ίσως επειδή, όταν ο Ιάκωβος Καμπανέλης έγραψε το έργο «Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια» (ο θεατρικός τίτλος της κινηματογραφικής μεταφοράς  «Στέλλα»), δεν σκέφτηκε ότι η Μελίνα θα ταίριαζε στον ρόλο.  Αντίθετα, ο ρόλος ήταν η Μελίνα.
Στην Ελλάδα του ‘55, ο νεαρός Αντώνης (Κώστας Κακκαβάς) μιλάει με τη Στέλλα, μία ώριμη γυναίκα, λίγες ώρες πριν από τον γάμο της.

Αντώνης: «Κλαίγατε; »
Στέλλα: «Λιγάκι…»
Αντώνης: «Γιατί;»
Στέλλα: «Για όλα τα αγόρια που είναι σαν εσένα»

Σχεδόν 60 χρόνια μετά και η Στέλλα είναι πιο νέα, πιο αντισυμβατική, πιο ακραία, πιο αυθεντική, πιο ερωτική, πιο ελεύθερη από ποτέ!

Τη διαδρομή από εκείνη τη γωνία του δρόμου μέχρι το μαχαίρι, η Μελίνα τη βάδισε πολλές φορές. Τη βάδισε, όταν ήταν στην Αμερική και ενημερώθηκε  από τον Μάνο Χατζιδάκι για τη δικτατορία. Τότε που, πατώντας στη δόξα του «Ποτέ την Κυριακή», ρίχτηκε στον αγώνα που της στέρησε την είσοδο στη χώρα, ακόμα και όταν κηδεύτηκε ο πατέρας της.

Τη βάδισε, όταν προσπάθησαν να τη δολοφονήσουν για την πολιτική της δράση.  Τη βάδισε στον έρωτα. Τη βάδισε διεκδικώντας την πολιτιστική μας κληρονομιά. Τη βάδισε πολεμώντας τον καρκίνο. Και δεν σταμάτησε να τη βαδίζει, μέχρι την αυλαία.
Όπως κάθε ισχυρή προσωπικότητα μιας χώρας, βρέθηκε πολλές φορές στο επίκεντρο ενός δίκοπου κόσμου. Εκείνου που τη λάτρεψε και εκείνου που την εχθρεύτηκε.

Στο  Μπρόντγουεϊ  του 94 , την ώρα της κηδείας της, τα μαγαζιά και τα θέατρα παρέμειναν κλειστά. Στην Ελλάδα του 2013, κάποιοι ακόμα δείχνουν το μαχαίρι στη μνήμη της. «Η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της ή τα δαγκώνει στο λαιμό…», όπως σοφά τραγούδησε μια άλλη Μελίνα, για μια πατρίδα – Μήδεια.

Το δίκοπο μαχαίρι της Μελίνας, ήταν το πάθος της για την τέχνη και την πολιτική. Βάδισε κατά πάνω του με όλη της την ορμή. Η ίδια παραδεχόταν πως είχε εμμονή με ότι ένιωθε ερωτευμένη. Αφοσιωνόταν σε έναν έρωτα τη φορά, γιατί όπως έλεγε, ο έρωτας, το θέατρο και η πολιτική, απαιτούν αφοσίωση.   Ποτέ πριν δεν υπήρξε τόσο επιτακτική η ανάγκη να αναγνωρίζουμε τον αφοσιωμένο άνθρωπο πίσω απ’ το μύθο, όσο στην εποχή αυτή που ζούμε. Και αν το διαμέτρημα της προσωπικότητας κρίνεται από το έργο που αφήνει πίσω του, τότε η Μελίνα ήταν προσωπικότητα τεράστιου διαμετρήματος. Ανάβοντας ένα κερί για τη μνήμη της…  Αυλαία!