γράφει η Βάλια Πάτσιου

Όταν μεγαλώνεις παιδιά, ζεις κι εσύ ξανά ένα κομμάτι της παιδικής σου ηλικίας. Ειδικά μόλις το παιδί γίνει δύο χρονών(τουλάχιστον, έτσι έγινε με το δικό μου), μπαίνεις σε έναν κόσμο που κάτι σου θυμίζει από τα παλιά… Παίζεις, τραγουδάς, χοροπηδάς στους δρόμους, σκάβεις τους κήπους, φτιάχνεις κάστρα, κάνεις κούνια, διαβάζεις παραμύθια και χιλιάδες άλλα τέτοια μικρά και μεγάλα υπέροχα πραγματάκια, που, αν δεν τα δεις διεκπεραιωτικά, είναι υπέροχα και πολύ δημιουργικά.

Μέχρι εδώ πάει καλά. Αυτό όμως που, δυστυχώς, επαναφέρει αυτή η μηχανή του χρόνου είναι και τους παιδικούς μας φόβους. Εμένα δηλαδή μου ξύπνησε όλη εκείνη την αγωνία που είχα με το σκοτάδι και τους νυχτερινούς επισκέπτες, που κρύβονται συνήθως κάτω από το κρεβάτι ή μέσα στην ντουλάπα.
Όταν λοιπόν η Μαρία άφησε την κούνια και άρχισε να κοιμάται στο υπέροχο κρεβάτι της, μπορούσε πλέον να σκαρφιστεί ό,τι περνούσε από το μυαλό της προκειμένου να κάνουμε λίγο περισσότερο παρέα αντί να ξεραθεί…

Στην αρχή ήθελε να πάει τουαλέτα. Μία, δύο, τρεις, τέσσερις… Όταν η μαμά σταμάτησε να τσιμπάει άρχισαν τα «φοβάμαι» (σημειωτέoν ότι η Μαρία κοιμάται με μεγάλη ευχαρίστηση μόνη της από ενός έτους)! Την πρώτη φορά τα έπαιξα! Φοβάται;;; Ήθελα να την πάρω στο κρεβάτι μου, να κοιμάμαι στο δικό της, να την ξαναβάλω στην κοιλιά μου αν ήταν εφικτό… Φτάνει να μη φοβάται… Και, πράγματι, το πρώτο βράδυ που ξεστόμισε το κοριτσάκι μου «μαμά, φοβάμαι», κοιμήθηκα στο δωμάτιό της, μάλλον πιο φοβισμένη από εκείνη! Όμως ξεμπερδεύεις τόσο εύκολα με το φόβο; (η συνέχεια στο επόμενο city code)