γράφει ο Γιώργος Μπίλιος

Μ’ αρέσουν οι μοναχικοί άνθρωποι. Ώρες-ώρες, τους ζηλεύω. Αισθάνομαι ότι είναι αυτάρκεις. Δεν χρειάζονται τίποτα και κανέναν για να τους φτιάξει τη στιγμή. Τη δημιουργούν οι ίδιοι. Και δεν τη μοιράζονται. Όχι. Την έχουν για κείνους και μόνο για κείνους. Ολόκληρη. Και δεν τη διαπραγματεύονται. Τον καφέ, την κάθε ρουφηξιά απ΄το τσιγάρο, τη ματιά τους, το βήμα, τη βόλτα, το ηλιοβασίλεμα, τo φαγητό, την αναπνοή τους, την κάθε λέξη του βιβλίου τους, την κάθε γραμμή του, την κάθε βουτιά στη θάλασσα, το κάθε τους όνειρο.

Και δεν το λέω υποτιμητικά, καθόλου για κείνους που έχουν την τάση να λειτουργούν δυαδικά. Να δίνουν ένταση στα συναισθήματά τους και την καθημερινότητά τους με την παρέα κάποιου δικού τους ανθρώπου. Αλλά νομίζω ότι, όταν δεν σε απασχολεί η γνώμη του άλλου γι’ αυτό που ζεις, το ζεις μοναδικά. Βουτάς μέσα χωρίς αναπνευστήρα και δεν σε νοιάζει πότε θα βγεις. Ρουφάς την απεραντοσύνη του «τώρα», δίχως αύριο και ξεγελάς τη θνησιμότητα της στιγμής με τους δικούς σου όρους. Και βγαίνεις ξανά στην επιφάνεια το τελευταίο νανοσεκόντ πριν από την ασφυξία. Εκεί που πάντα θα θέλεις λίγο ακόμη, αλλά θα είσαι και πλήρης. Εσύ κι η στιγμή. Μοναδικά. Και απόλυτα.

Για σένα και για κείνη. Που μόλις πέρασε και δεν ξέρεις αν θα ξανάρθει. Με το σακίδιο της σκέψης γεμάτο. Εικόνες, μυρωδιές, λέξεις, γεύσεις.

Σαν τον Λούκι Λουκ. Που όταν ήμουν μικρός πίστευα ότι αυτή η ανυπόφορα αμετάβλητη φάτσα είναι γιατί ο τύπος είχε περάσει τρελά λούκια στη ζωή του, το ’χει φιλοσοφήσει και έχει αποφασίσει να είναι cool και μόνος. Γι’ αυτό και το όνομά του είναι αυτό. Είναι η φάτσα του «έχω περάσει λούκια, αλλά τώρα είμαι cool». Είμαι ο Λούκι Κουλ. Κι ο Λούκι Λουκ.

Μ’ αρέσουν οι μοναχικοί άνθρωποι. Επιλέγουν να είναι μόνοι. Χωρίς εξωραϊσμούς και αναβλητικότητες. Και είναι τόσο υπέροχα εγωιστικό… Τόσο, που δεν ενοχλεί κανέναν άλλο.