ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΑΝΑΚΟΠΗ: Η ΜΑΣΤΙΓΑ ΠΟΥ ΑΠΑΙΤΕΙ ΑΜΕΣΗ ΔΡΑΣΗ

13445777_617714631712070_6097844905944535970_n
Αθανάσιος Χαλκιάς MD, MSc, PhD
Πανεπιστήμιο Αθηνών, Ιατρική Σχολή, Μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών (MSc) «Καρδιοαναπνευστική Αναζωογόνηση»
Διευθυντής Έρευνας – Μέλος Δ.Σ Ελληνικής Εταιρείας Καρδιοαναπνευστικής Αναζωογόνησης

Η καρδιακή ανακοπή είναι μια σοβαρή δυσλειτουργία ή διακοπή της ηλεκτρικής και μηχανικής δραστηριότητας της καρδιάς που οδηγεί σε απώλεια της συνείδησης και κατάρρευση. Συχνά η καρδιακή ανακοπή λανθασμένα εξισώνεται με την καρδιακή προσβολή η οποία είναι αποτέλεσμα στεφανιαίας νόσου. Αν και μια καρδιακή προσβολή μπορεί να προκαλέσει καρδιακή ανακοπή, οι δύο δεν είναι συνώνυμες. Στην καρδιακή προσβολή συνήθως υπάρχουν συμπτώματα για αρκετό καιρό πριν το συμβάν, ενώ η λειτουργία της καρδιάς δεν σταματάει. Αντίθετα, η καρδιακή ανακοπή συχνά δεν έχει προειδοποιητικά σημάδια και η παύση της καρδιακής λειτουργίας απαιτεί άμεση παρέμβαση για να αποφευχθεί ο θάνατος ή η αναπηρία.

Η καρδιακή ανακοπή μπορεί να χτυπήσει ένα φαινομενικά υγιές άτομο οποιασδήποτε ηλικίας, ανά πάσα στιγμή, συχνά χωρίς προειδοποίηση. Κάθε χρόνο, περίπου 1.000.000 άνθρωποι σε όλο τον κόσμο βιώνουν μια καρδιακή ανακοπή. Ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι στις ΗΠΑ είναι η τρίτη αιτία θανάτου μετά τον καρκίνο και τις καρδιοπάθειες. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως αν και στη χώρα μας δεν υπάρχει ειδική βάση καταγραφής των περιστατικών, εκτιμάται ότι είναι η πρώτη αιτία θανάτου, αφού μόνο στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας η επίπτωση της είναι 15.3/100,000 πληθυσμού ανά έτος.

Γενικά, το ποσοστό επιβίωσης μετά από ανακοπή είναι χαμηλό, αφού λιγότερο από 6% των θυμάτων που βιώνουν μια ανακοπή έξω από το νοσοκομείο και περίπου 24% των ασθενών που βιώνουν μια καρδιακή ανακοπή μέσα στο νοσοκομείο θα λάβουν εξιτήριο. Τα δυσοίωνα ποσοστά επιβίωσης έχουν ενισχύσει το αίσθημα της απελπισίας και μοιρολατρίας, ιδίως μεταξύ του ιατρονοσηλευτικού προσωπικού, ενώ πολλοί πιστεύουν λανθασμένα ότι οι περισσότεροι επιζώντες από καρδιακή ανακοπή θα έχουν κακή λειτουργική έκβαση. Στην πραγματικότητα, όμως, τα ποσοστά επιβίωσης διαφέρουν διεθνώς, ανάλογα με τα ατομικά χαρακτηριστικά των ασθενών, όπως η ηλικία, η φυλή και η κατάσταση της υγείας, καθώς και τα χαρακτηριστικά των παρεχόμενων ιατρικών υπηρεσιών της χώρας.

Μετά από την έναρξη της ανακοπής, κάθε λεπτό χωρίς θεραπεία μειώνει την πιθανότητα επιβίωσης με καλή νευρολογική και λειτουργική έκβαση, ενώ μετά από 10 λεπτά χωρίς εφαρμογή αναζωογόνησης το ποσοστό επιβίωσης είναι σχεδόν μηδενικό. Κατά συνέπεια, η άμεση έναρξη καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης από τους παρευρισκόμενους είναι θεμελιώδης και είναι η κύρια παράμετρος που καθορίζει την έκβαση των ασθενών. Εφαρμόζοντας υψηλής ποιότητας αναζωογόνηση, ένας εκπαιδευμένος πολίτης μπορεί να σώσει ένα θύμα ανακοπής ή τουλάχιστον να διατηρήσει την καρδιά του θύματος «βιώσιμη», έως ότου έρθει εξειδικευμένη βοήθεια, δηλαδή το ΕΚΑΒ. Εξίσου σημαντική, όμως, είναι και η διασφάλιση της εκπαίδευσης του προσωπικού του ΕΚΑΒ και των νοσοκομείων που παραλαμβάνουν τελικά τους ασθενείς είτε για να συνεχίσουν τις προσπάθειες αναζωογόνησης είτε για να παρέχουν (την εξίσου σημαντική) φροντίδα μετά την αναζωογόνηση, η οποία πρέπει να παρέχεται βάση των διεθνών οδηγιών και συστάσεων.

Ενδιαφέρον θεωρείται το γεγονός πως έχουν καταγραφεί ποσοστά επιβίωσης πάνω από 60% με καλή νευρολογική έκβαση σε χώρες που βελτίωσαν την απόδοση των επαγγελματιών υγείας και των πολιτών στην καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση. Σε αυτές τις χώρες, οι 6 στους 10 ασθενείς με ανακοπή θα επιστρέψουν στο σπίτι τους. Αυτό αποδεικνύει ότι η διάσωση πολλών ανθρώπινων ζωών είναι δυνατή με την κατάλληλη παροχή βοήθειας. Δυστυχώς, η κατάσταση στην Ελλάδα τυγχάνει διαφορετική, όπου η ποιότητα της αναζωογόνησης είναι πολύ χαμηλή, με κύριο λόγο την έλλειψη εκπαίδευσης τόσο των υγειονομικών όσο και των πολιτών. Αν και η εκπαίδευση του ιατρονοσηλευτικού προσωπικού είναι υποχρεωτική από το 2007, η πολιτεία δεν έχει μεριμνήσει και δεν έχει δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες για την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας (ΦΕΚ 219/2007). Σπάνια υπάρχει κάποιος που ξέρει να αναζωογονήσει ένα θύμα ανακοπής και αυτό έχει ως αποτέλεσμα τους μειωμένους αριθμούς επιβίωσης.

Οι πολίτες και οι μαθητές θεωρούνται άτομα υψίστης σημασίας και η ενεργοποίησή τους είναι απαραίτητη για την αύξηση των ποσοστών επιβίωσης των ατόμων με ανακοπή. Σε χώρες όπου έχει εφαρμοστεί ευρέως το πρόγραμμα εκπαίδευσης πολιτών και μαθητών (από το δημοτικό σχολείο), υπάρχει σημαντική αύξηση των ποσοστών επιτυχούς αναζωογόνησης και επιβίωσης. Για παράδειγμα, στη Σουηδία, η πιστοποίηση στη Βασική Υποστήριξη της Ζωής είναι υποχρεωτική στην απόκτηση άδειας οδήσησης από τον κάθε ενδιαφερόμενο πολίτη, με αποτέλεσμα τα υψηλά ποσοστά επιβίωσης που παρατηρούνται εκεί.

Βάση των ανωτέρω, η βελτίωση της επιβίωσης μετά από καρδιακή ανακοπή μπορεί να επιτευχθεί μέσω τριών κύριων παρεμβάσεων. Πρώτον, χρειάζεται η καταγραφή των περιστατικών σε ειδική βάση δεδομένων, αφού δεν υπάρχει τρόπος να βελτιώσει κανείς κάτι που δεν μπορεί να μετρηθεί. Η καταγραφή είναι θεμελιώδους σημασίας και θα πρέπει να γίνεται σε ειδικό μητρώο με τυποποιημένο τρόπο, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί ο εντοπισμός των ελλείψεων του συστήματος και των βέλτιστων πρακτικών, καθώς και η υψηλής ποιότητας φροντίδα.

Δεύτερον, θα πρέπει να ενημερωθούν οι πολίτες και οι μαθητές στα σχολεία για θέματα που αφορούν την ανακοπή ώστε να ευαισθητοποιηθούν και ενθαρρυνθούν τόσο για εκπαίδευση όσο και για την εφαρμογή υψηλής ποιότητας αναζωογόνησης, υπερδιπλασιάζοντας έτσι τις πιθανότητες επιβίωσης ενός θύματος. Επιπρόσθετα, είναι αναγκαία η εξασφάλιση της ευαισθητοποίησης και εκπαίδευσης των υγειονομικών, αφού οι περισσότεροι παραμένουν έως σήμερα ανεκπαίδευτοι. Η εφαρμογή υψηλής ποιότητας αναζωογόνησης προϋποθέτει ελάχιστα διακοπτόμενες θωρακικές συμπιέσεις με τον κατάλληλο ρυθμό-στόχο, βάθος και πλήρη αποσυμπίεση του θώρακα, αλλά και συγχρονισμό με τις εμφυσήσεις και τη χορήγηση απινίδωσης, απαιτώντας σημαντική ψυχοκινητική ικανότητα, υψηλή κατάρτιση και ομαδική εργασία. Παρόλα αυτά, πολλοί υγειονομικοί δεν τη θεωρούν σημαντική ενώ άλλοι θεωρούν την καρδιακή ανακοπή ισοδύναμη με το θάνατο, οπότε δεν εφαρμόζουν καθόλου αναζωογόνηση ή εφαρμόζουν χαμηλής ποιότητας αναζωογόνηση, με αποτέλεσμα σε κάθε περίπτωση το θάνατο.

Τρίτον, θα πρέπει (επιτέλους) να ευαισθητοποιηθεί η πολιτική ηγεσία. Πέραν της εγχώριας επιστημονικής κοινότητας, η πολιτική ηγεσία χαρακτηρίζεται από μια περίεργη αντίληψη όσον αφορά τη σημασία της ανακοπής, θεωρώντας τη μικρότερη απειλή από άλλα μεγάλα προβλήματα υγείας, όπως  ο καρκίνος, το έμφραγμα του μυοκαρδίου ή το εγκεφαλικό επεισόδιο. Όλοι μπορούν να φανταστούν ή να θυμηθούν την αντίδραση των αρμοδίων σε περίπτωση μιας επιδημίας που σκοτώνει σχεδόν 1000 άτομα κάθε ημέρα. Ωστόσο, η αντίδραση τους στις επιπτώσεις τις καρδιακής ανακοπής παραμένει σιωπηλή και υποτονική. Αυτό φαίνεται και από τη δυσανάλογη χρηματοδότηση της έρευνας για την ανακοπή-αναζωογόνηση η οποία χαρακτηρίζεται από ένα τεράστιο σχετικό έλλειμμα σε σχέση με εκείνη άλλων νόσων, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης και η υπερλιπιδαιμία. Κατά συνέπεια, το ενδιαφέρον των φαρμακευτικών εταιριών ελαχιστοποιείται λόγω μικρού οικονομικού κινήτρου, περιορίζοντας σημαντικά τον αριθμό των μελετών υψηλής ποιότητας.

Εν όψει των προαναφερθέντων εμποδίων, η βελτίωση της επιβίωσης μετά από καρδιακή ανακοπή φαίνεται δύσκολη. Ωστόσο, μπορεί να επιτευχθεί σχετικά εύκολα βελτιώνοντας, εκτός των άλλων, μακροπρόθεσμα τη σχέση κόστους-οφέλους. Η εξέλιξη της αναζωογόνησης τις τελευταίες δεκαετίες επιτρέπει αλλά και καθιστά υποχρεωτική τη βελτίωση της έκβασης των ασθενών με ανακοπή στην Ελλάδα, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι από τη χώρα μας προέρχεται το 7-8% της ετήσιας έρευνας παγκοσμίως στην αναζωογόνηση, γεγονός πολύ σημαντικό και σπουδαίο για μια μικρή χώρα, όπως η δική μας. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού χρειάζεται μια συνειδητή, συντονισμένη και αποτελεσματική εκστρατεία εκπαίδευσης των πολιτών και μαθητών, ώστε να μπορούν αναγνωρίζουν την καρδιακή ανακοπή και να παρέχουν άμεσα αναζωογόνηση. Κυρίως όμως χρειάζεται να κατανοήσουμε όλοι ότι η καρδιακή ανακοπή δε σημαίνει θάνατο. Αυτό, βέβαια, αφορά και όλους εμάς τους υγειονομικούς. Πριν πούμε στην οικογένεια «κάναμε ό, τι μπορούσαμε» θα πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι είναι αλήθεια…

[divider]Σεμινάρια Καρδιοαναπνευστικής Αναζωόγονησης[/divider]

Η Ελληνική Εταιρεία Καρδιοαναπνευστικής Αναζωογόνησης παρέχει πιστοποιημένα σεμινάρια τόσο για επαγγελματίες υγείας όσο και πολίτες. Για περισσότερα κάντε κλίκ ΕΔΩ