Σ’ ένα συρτάρι ξεχασμένο ένα τοσοδά κομματάκι χαρτί παρέμενε χρόνια κλεισμένο. Ανάμεσα σε φακέλους με ιατρικές εξετάσεις, αποδείξεις κοινόχρηστων, λογαριασμούς ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ,κι άλλους λογαριασμούς, τελικά μια ζωή πληρώνουμε αμαρτίες άλλων, είχε κουρνιάσει κι είχε χαθεί ένα μικρό κιτρινισμένο πλέον χαρτί. Μια αράδα λέξεις όλες κι όλες που έχουν όμως τη λάμψη την παλιά.

Άντε να τακτοποιήσεις τώρα το συρτάρι… Το βλέμμα κολλάει. Προσπερνάς σημαντικά μα τόσο «ασήμαντα» έγγραφα, ασφαλιστικά συμβόλαια, δάνεια, κάρτες τραπεζικές, που έχουν λήξει, και ψάχνεις μανιασμένα κι άλλες αποδείξεις κάποιας άλλης εποχής. Τότε που υπήρχε ανεμελιά, τότε που κάλπαζε η φαντασία. Αποδείξεις εστιατορίων που κάπου, κάπως, κάποτε πέρασες τόσο καλά, λίγες φωτογραφίες  που κοιτιόσασταν κατάματα, φθαρμένες απο το πέρασμα του χρόνου, αποκόμματα από εισιτήρια συναυλιών που ξεφάντωνες σα να μην υπήρχε αύριο, μια κασέτα απο εκείνες της πρώτης νιότης μας, που αντιγράφαμε τραγούδια, κι όταν κόλλαγε ένα στυλό ήταν αρκετό για να γυρίσει την ταινία και να της δώσει νέα ώθηση να παίξει… Ένα παιχνίδι όλη η ζωή μας τότε…

Μικροπράγματα διάφορα ασήμαντης υλικής αξίας, τεράστιας συναισθηματικής όμως.

Ταξιδάκι του μυαλού μια απλή καθημερινή που είπες να μαζέψεις τα ασυμμάζευτα. Εκείνα τα βράδια που τελειωμό δεν είχαν με μια παρέα που δίψαγε για νέες ανακαλύψεις κι εξερευνήσεις. Τότε που οι σχέσεις, το φλέρτ, οι επαφές ήταν απλά. Δυο ματιές, ένα ποτό και προχωράμε. Να και η ταμειακή απόδειξη της ντισκοτέκ, της παλιάς ντισκοτέκ, δυο ποτά με κόλα και δίπλα ζωγραφισμένες καρδιές να αχνοφαίνονται. Σβήνει το μελάνι με τον καιρό, όπως έσβησε κι εκείνος ο έρωτας. Να και το ραβασάκι του τότε. «Ζαχαροπλάστης είναι ο μπαμπάς σου, κούκλα μου;» Χαμογελάκι, ρετρό φράσεις που δε θα ξαναπούμε, που δε θα ξανακούσουμε.

Αλητεία, αύρα ανεμελιάς, φαντασία καλπάζουσα! Μουσικές, φίλοι, φιλιά, εικόνες, αμαρτίες, αλητείες. Στιγμές που έζησα, στιγμές που χορεύουν δαιμονισμένα στο μυαλό. Η αιώνια αίσθηση της νιότης μας καλά κλεισμένη σε ένα συρτάρι.