γράφει η Καλλιόπη Μανδρέκα

Τι θες από τον εαυτό σου; Κάτι σε ενοχλεί και δεν ξέρεις τι είναι. Δεν ξέρεις ποιος είναι. Τη μία είναι ότι δεν βολεύεσαι στη θέση σου. Πάντα οι καρέκλες είναι πιο στητές απ΄ τη ψυχή σου. Την άλλη τα ρούχα σου σε στενεύουν. Πιέζουν τους ώμους σου να είναι πιο ευθείς. Τα μάτια σου σήμερα είναι νυσταγμένα. Μια χαλαρότητα που δεν ταιριάζει στην καθημερινότητα. Πίνεις καφέ. Ποτέ δεν σ άρεσε ο καφές, αλλά έμαθες ότι χωρίς καφέ δεν θα σαι αρκετός. Πίνεις δεύτερο καφέ. Οι περαστικοί όλο σε κοιτάνε. Γιατί κοιτάνε; Δεν αντέχεις να σε κοιτάνε. Αισθάνεσαι ότι βλέπουν κάτι που δεν θες να δουν. Τώρα τελευταία στο μετρό παίζεις παιχνίδια στο κινητό και τους ξεχνάς. Βρέχει πάλι. Γιατί βρέχει; Πρέπει συνεχώς να είσαι ακριβώς κάτω από την ομπρέλα και να περπατάς με το βάρος στις μύτες των ποδιών σου, σαν να κρύβεσαι από κάποιον… Συνεχώς να κρύβεσαι…

Τι περίεργες σκέψεις κάνεις σήμερα…; Νιώθεις το κεφάλι σου πιασμένο, σαν να στο έχουνε καρφώσει σε ένα σημείο και δεν κάνει ούτε μπρος, ούτε πίσω. Βάζεις όλο και περισσότερα φουλάρια να το κρατάς ζεστό. Χρειάζεσαι λίγη μουσική να ηρεμήσεις…

Όχι! Δεν θες μουσική. Η μουσική πάντα σου φέρνει μνήμες και σε κάνει να ονειρεύεσαι. Έχεις κουραστεί να θυμάσαι πράγματα που δεν θα ξανάρθουν και να ονειρεύεσαι πράγματα που θέλουν προσπάθεια για να τα κατακτήσεις. Έχεις κουραστεί! Δεν θες να κάνεις τίποτα! Θες να ξαπλώσεις στο πάτωμα ανάσκελα σαν νεκρή!

Όχι! Θες θάλασσα! Σηκώνεσαι. Ναι αυτό είναι! Να καθαρίσεις. Να ηρεμήσεις.. Να ησυχάσεις! Θες να μελαγχολήσεις μες την μοναξιά, αλλά με άποψη! Από επιλογή..

Βγαίνεις από το σπίτι. Φτάνεις στο τραμ στο Σύνταγμα και περιμένεις. Περιμένεις πολύ ώρα και το μυαλό σου συνεχίζει να σε παρενοχλεί. Έρχεται το τραμ. Κόσμος αφόρητος. Μπαίνεις μέσα και κοιτάς γύρω σου. Άνθρωποι τόσο διαφορετικοί και τόσο πολλοί.. Όλοι κοιτάνε χωρίς να κοιτάνε. Με τα μάτια τους στραμμένα στον εαυτό τους. Μιλάνε, ακούγοντας τον εαυτό τους. Ακούνε, μιλώντας με τον εαυτό τους. Στον μικρόκοσμο τους. Στον μικρό κόσμο τους.. Γελάνε δυνατά, για να ακούσεις το γέλιο τους. Μιλάνε δυνατά! Για να ακούσεις το δράμα τους.. Και κλαίνε σιγανά.. Για να κρύψουν την μοναξιά τους.

ΟΧΙ!! ΔΕΝ ΘΕΛΩ! Δεν θέλω να είμαι έτσι. Ο ήχος του κλεισίματος των πορτών με ενεργοποιεί. Τους σπρώχνω για να βγω. Θέλω να βγω! Παλεύω να μου κάνουνε χώρο, να μου ανοίξουν μια δίοδο να περάσω. Προσπαθώ αλλά δεν μπορώ, τα βήματα μου είναι τόσο αργά. Σαν να με κρατάνε για να μην φύγω. Δεν τους βλέπω. Είναι όλοι από πίσω μου. Με τραβάνε..

Ένας άντρας έχει πιάσει τις δύο άκρες απ΄ το φουλάρι μου και το σφίγγει με δύναμη. Το κεφάλι μου τραβιέται προς τα πίσω , έτοιμο να σπάσει. Δυο γυναίκες με τραβάνε από τους ώμους. Δεν μπορώ να κουνηθώ. Με τραβάνε κοντά τους. Λυσσασμένοι με πιέζουν προς τα πίσω. Μου τραβάνε τα μαλλιά. Δεν θέλουν να με πονέσουν, δεν με χτυπάνε! Απλά δεν θέλουν να φύγω. Θέλουν να μείνω εκεί μαζί τους.. Οι πόρτες κλείνουν!

Φοβάμαι! Ουρλιάζω: «ΒΟΗΘΕΙΑ!» και νιώθω τις χορδές μου να σκίζονται. Ξαναφωνάζω αλλά πλέον δεν με ακούνε. Ούτε κι εγώ με ακούω πια. Ξαναπροσπαθώ αλλά το «βοήθειά» μου ακούγεται σαν «κι άλλο», «πιο πολύ».. Κάποιες στιγμές ακούγεται σαν γέλιο ευχαρίστησης. Μόνο τα μάτια μου συνεχίζουν να ουρλιάζουν..

Ένας περαστικός περνάει απ΄ έξω και χωρίς δεύτερη σκέψη ορμάει μέσα στο βαγόνι και με τραβάει αποφασιστικά. Βάζει το πόδι του τελευταία στιγμή ανάμεσα στις πόρτες. Η πόρτα βρίσκοντας το εμπόδιο του παπουτσιού , ανοίγει αυτόματα, και μας φτύνει έξω σαν ένας τέρας που του χει κάτσει κάτι στο λαιμό και το ενοχλεί. Και ξανακλείνει απότομα.

Σιωπή… Ακούω μια βοή ανθρώπων που βρίζουν και χτυπάνε τα τζάμια με μίσος, να χάνεται… Είμαι ιδρωμένη. Στάζω. Είμαι λαχανιασμένη , κουρασμένη. Το σώμα μου όμως το αισθάνομαι ελαφρύ. Τι ωραία αίσθηση… Στο λαιμό μου έχουν μείνει κάτι κλωστές από το φουλάρι. Με γαργαλάνε, καθώς το αεράκι φυσάει και με ανακουφίζει. Ησυχία… Από την ξεχειλωμένη μπλούζα μου λείπουν δύο κομμάτια από τους ώμους. Τα βλέπω και χαμογελάω με λίγη συστολή.. Σαν ένα παιδί που δεν καταλαβαίνει ακριβώς τι συμβαίνει.. Με αέρα ανεμελιάς και σιγουριάς, την βγάζω. Βγάζω και τις κλωστές και τις πετάω στις ράγες του τραμ. Ο περαστικός, με κοιτάει, χαμογελάει και βγάζει κι αυτός την δική του. Την πετάει επιδεικτικά ακριβώς πάνω στη δική μου.

Οι κλωστές όμως, από το αεράκι που δημιουργήθηκε, σηκώνονται και προσγειώνονται απαλά στα μπουκλωτά μαλλάκια ενός κοριτσιού που στεκόταν από ώρα απέναντι μας. Εμείς ξαφνιαζόμαστε! Κοιταζόμαστε ταυτόχρονα με βλέμμα εφήβων που συνωμοτούν! Αρχίζουμε να της κάνουμε νοήματα, να βγάλει από το κεφάλι της τις κλωστές. Εκείνη χωρίς να καταλαβαίνει αντιγράφει τις κινήσεις μας και καταφέρνει και τις βγάζει από το κεφαλάκι της και αρχίζει να μας χαιρετάει και να μας γελάει . Η μαμά της τότε την τραβάει αυστηρά από το χέρι και την μαλώνει επειδή μίλησε σε ξένους.! Ο περαστικός τότε φωνάζει γελώντας: «Από δυο, τρεις κλωστές ξεκινάει το βάρος. Να προσέχεις τι βάζουν στο κεφάλι σου, μικρούλα ..»

Χωρίς να καταλάβω γιατί, με το που τον ακούω να τα λέει αυτά, αρχίζω και τρέχω. Τρέχω! Τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορώ…Σαν να προσπαθώ να αφήσω όλες τις περισσευούμενες κλωστές πίσω μου! Μακρυά… Γελάω..Είμαι καλά!

Κατευθύνομαι προς τη Βουλή, περνώντας με κόκκινο, αδιαφορώντας για τις σημάνσεις. «Τα σηνόμενα απατούν» φωνάζω προτρέποντας τον περαστικό, χαμογελώντας τρυφερά να με ακολουθήσει. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα σκέψης το παίρνει απόφαση και ορμάει πάνω μου. Σαν λύκος που έχει να φάει μέρες με αρπάζει και αρχίζει να με φιλάει έξω από τη Βουλή, στη μέση της λεωφόρου.

Σιωπή.. Τα αυτοκίνητα κορνάρουν, αλλά εγώ δεν ακούω πια. Γιατί όταν όλα μέσα σου παύουν να ουρλιάζουν, αρχίζει να ουρλιάζει ο κόσμος; Κόρνες, βρισιές και δυο, τρία πακέτα τσιγάρα, άδεια βέβαια τα δώρα μας.

Αρχίζει να βρέχει. Απομακρύνεται γλυκά από τα χείλη μου. Σηκώνει το κεφάλι του αργά και κοιτάει ψηλά. Ανοίγει το στόμα του. Προσπαθεί με κλειστά μάτια να νιώσει μία μία τις σταγόνες που ο ουρανός τού χαρίζει! Κλείνει το στόμα του και με τα υγρά δάχτυλά του ανοίγει τα χείλη μου. Με κοιτάζει σαν να είναι έτοιμος να κάνει κάτι ιερό… Πλησιάζει και με φιλάει τόσο μαλακά… Βροχές τρέχουν απ τα χείλη μας. Γλύφουμε ο ένας τις βροχές του άλλου. Θέλουμε να τις γευτούμε. Είμαστε γυμνοί… Χωρίς να μας νοιάζουν οι κόρνες, χωρίς να μας νοιάζει η βροχή, χωρίς να μας νοιάζουν τα καχύποπτα βλέμματα των γύρω. Με κοιτάει, μου χαμογελάει και μου προτείνει τα χέρια του να χορέψουμε. Κοιτάζω τα χέρια του, το χαμόγελό του και σιγά σιγά σηκώνω το κεφάλι μου ψηλά. Νερά..Παντού νερά..

Θέλω να νιώσω τη βροχή σε όλο μου το σώμα. Θέλω να θυμηθώ το σώμα μου. Θέλω να θυμηθεί το σώμα μου. Βγάζω μανιασμένα το παντελόνι και τα παπούτσια μου. Κάνει το ίδιο. Μόνο που αυτός το βγάζει τόσο φυσικά, σαν να ετοιμάζεται να βουτήξει στη θάλασσα. Απλά και αργά… Τόση ομορφιά… Τα μάτια του κολλημένα στα δικά μου.

Είμαι σαν υπνωτισμένη. Δεν καταλαβαίνω αν είναι όνειρο ή πραγματικότητα. Αν αυτό είναι όνειρο, προτιμώ να συνεχίσω να ονειρεύομαι, αλήθεια. Αν αυτό πάλι είναι ζωή, θέλω να ζήσω. Με κοιτάει. Μου ξαναπροτείνει τα χέρια. Δεν ξέρω τι να κάνω. Σταμάτα να σκέφτεσαι λέω από μέσα μου. Ξαφνικά ακούγεται το la vita e bella από κάποιο κινητό που χτυπάει και με επαναφέρει στο τώρα. Σαν να ξύπνησα από ένα βαθύ ύπνο.

Ήχοι πιάνου και βιολιού που δυναμώνουν όλο και περισσότερο. Γυρνάω να δω από πού ακούγεται…Αυτό που βλέπω δεν το χα φανταστεί ποτέ στη ζωή μου ότι θα το έβλεπα κι όμως το είδα!

Εκατοντάδες ζευγάρια κατά μήκος της βουλής χορεύουν βαλς. Είναι όλοι γυμνοί. Ναι… Μες στη βροχή.. Βλέπεις γαλήνη στα μάτια τους.. Βλέπεις χαρά. Πηγαία χαρά! Χαρά που δεν χρειάζεται να τονιστεί με δυνατά γέλια. Χαρά που υπάρχει μέσα. Αντανακλάται στη ροή των κινήσεων τους, στο πώς το ένα σώμα ακουμπά το άλλο μαλακά, σαν να είναι ένα. Εκατοντάδες σώματα… Δεν φοβούνται τη βροχή. Όλες οι ομπρέλες είναι στοιβαγμένες κοντά στο μνημείο του άγνωστου στρατιώτη.

Γυμνός κι αυτός τόσα χρόνια ξέρει πως όταν δεν φοβάσαι την βροχή, την γεύεσαι.. Ο περαστικός μού κλείνει το μάτι, χαμογελάμε και αρχίζουμε το δικό μας χορό… Ανάμεσα σε όλα αυτά τα ζευγάρια. Ανάμεσα σε όλα αυτά τα γυμνά σώματα..

[divider]Τεύχος Φεβρουαρίου 2016[/divider]