ιστορίες της διπλανής πόρτας

…στην οποία δεν ξέρεις ποιος μένει!

Αααααχ… Επιτέλους σπίτι! Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο απ’ το να γυρνάς κουρασμένος από τη δουλειά και να ξέρεις πως δε θα ‘χεις κανέναν πάνω απ’ το κεφάλι σου να σε ζαλίζει. Οι γονείς μου λείπουνε τριήμερο στους κουμπάρους τους στην Εύβοια κι εγώ έχω μείνει homealone. Πολύ homealone! Περισσότερο κι απ’ τον Μακόλεϊ Κάλκιν! Δύο ταινίες αυτός, τρεις μέρες εγώ!

μιτσας
Illustration by Amarildo Topalis

Μπήκα μέσα, πέταξα την τσάντα μου σε μία πολυθρόνα, τα παπούτσια μου όπου βρήκα (κι αν το ένα μου παπούτσι, γιατρέ, βρίσκεται εδώ πέρα, το άλλο ένα στην Κίνα βρίσκεται), πάτησα με ιδρωμένα πόδια στο σφουγγαρισμένο παρκέ, αφήνοντας τα ίχνη απ’ τις πατούσες μου φαρδιά-πλατιά στο πάτωμα (πλατιά γιατί έχω και πλατυποδία ο homealone) και ξαπλώθηκα στον καναπέ, καταστρέφοντας όλη την τριγωνομετρική σχέση των μαξιλαρακίων που με κόπο φτιάχνει η μάνα μου καθημερινά. Όχι. Τίποτα απ’ όλα αυτά δε μου αρέσει κι αν ήταν το δικό μου σπίτι προφανώς δε θα τα έκανα, αλλά, κλείνοντας την πόρτα πίσω μου πριν λίγο, τρύπωσε μαζί μου μέσα κι η ρουφιάνα η αντίδραση, που σαν τον κόκκινο διαβολάκο στον ώμο μου μόνο τέτοια μου λέει να κάνω. Το λευκό αγγελάκι πάλι απ’ την άλλη ..αμ, δεν είναι απ’ την άλλη! Το ‘φαγε ο διαβολάκος (που ούτε ο διαβολάκος του λεκέ να ήταν δηλαδή); Έμεινε έξω από την πόρτα; Ουδείς γνωρίζει. Σημασία έχει ότι εγώ έχω μαζί μου την αντίδραση και κάνω ό,τι μου πει. Και τώρα βάζω και τα πόδια μου πάνω στο τραπέζι και οι φτέρνες μου σχηματίζουν μισοφέγγαρα ιδρώτα. Πολλά μισοφέγγαρα ιδρώτα. Το τραπεζάκι παντού μισοφέγγαρα ιδρώτα, καθώς εγώ κουνάω τα πόδια μου και βρίσκω πολύ διασκεδαστική αυτήν την αηδία που κάνω.

Και μετά κοιτάω τον τοίχο. Όχι από αισθητικής απόψεως. Απλώς τον κοιτάω. Βασικά δεν τον κοιτάω. Αφήνω απλώς το μάτι μου να ξεκουραστεί επάνω του και να βγάλω στην ασπρίλα του όλη τη μαυρίλα της μέρας. Κι η ώρα περνάει κι εγώ κοιτάω τον τοίχο. Πόσο ανάγκη το είχα αυτό, Χριστέ μου! Να μπω, να μη μιλήσω σε κανέναν και να κοιτάω τον τοίχο. Να καθαρίσω! Εμένα, όχι τον τοίχο. Να ξαλαφρώσω! Και μετά να παραγγείλω σουβλάκια. Ε, ναι. Το θέλεις το σουβλάκι σου μετά από το ξαλάφρωμα. Για να βαρύνεις και να το εκτιμήσεις. Κι ύστερα βάζεις και τηλεόραση να παίζει. Τις ίδιες αηδίες που βλέπουν κι οι δικοί σου φυσικά, όχι ντοκιμαντέρ για τα δικοτυλήδονα. Αλλά κι αυτές οι αηδίες είναι αλλιώς όταν τις βλέπεις έτσι. Είναι αλλιώς να αλλάζεις κανάλι όποτε θέλεις εσύ και να κόβεις τη σκηνή στη μέση, χωρίς να φωνάζεις «κατά λάθος, κατά λάθος» στην πρώτη αντίδραση των διπλανών σου. Είναι αλλιώς όταν τις βλέπεις μόνος σου. Όλα είναι αλλιώς όταν τα κάνεις μόνος σου. Τρως μόνος σου, βλέπεις τηλεόραση μόνος σου, γελάς μόνος σου, μιλάς μόνος σου, θυμάσαι μόνος σου, κοιμάσαι μόνος σου…

Όχι, ρε συ… πόσο χάλια είναι η ζωή μου…!

Πάψε κι εσύ, ρουφιάνα αντίδραση!!! Φύγε, κόκκινε διαβολάκο, από τον ώμο μου και κυρίως σταμάτα να μου λες πόσο όμορφα είναι όλα αυτά τα ηλίθια που κάνω και να μου χρυσώνεις το χάπι! Νομίζεις πως έχω ανάγκη από πατημασιές στο πάτωμα, καταστροφή της τριγωνομετρικής σχέσης των μαξιλαρακίων του καναπέ και μισοφέγγαρα ιδρώτα στο τραπέζι; Νομίζεις πως, αν κοιτάξω τον τοίχο, τρώγοντας σουβλάκια και βλέποντας αηδίες στην τηλεόραση, θα είμαι εντάξει;

Όχι! Γιατί θέλω να μην έχω ανάγκη να κοιτάξω τον τοίχο για να χαλαρώσω! Θέλω να μην είναι αυτή η μόνη επιλογή για τα βράδια που τελειώνω απ’ τη δουλειά! Θέλω να μη χαίρομαι που λείπουν οι γονείς μου κι εγώ βρίσκω επιτέλους το νόημα της ζωής, γιατί πολύ απλά, κακέ μου διαβολάκο, δεν το βρίσκω! Θέλω να μην τρώω μόνος μου, να μη βλέπω τηλεόραση μόνος μου, να μη γελάω μόνος μου, να μη μιλάω μόνος μου, να μη θυμάμαι μόνος μου, να μην κοιμάμαι μόνος μου…

Χριστέ μου, σαν το ανέκδοτο με τη χήρα κατάντησα κι εγώ, αλλά απ’ την ανάποδη!

Θέλω παρέα, ρε συ…

Παρέα…

Κι είναι αστείο να το συνειδητοποιείς απλώς και μόνο γιατί έμεινες χωρίς κανέναν δίπλα σου ένα βράδυ, ενώ αυτό συμβαίνει στη ζωή σου μήνες κι εσύ δεν κάνεις τίποτα, αλλά έτσι είναι. Και το πιο αστείο ακόμα είναι ότι όχι απλώς δεν κάνεις τίποτα, αλλά έχεις παλέψει και γι’ αυτό. Όχι ηθελημένα -ίσως, αλλά έχεις παλέψει. Το ‘χεις κατακτήσει με κόπο. Έχεις ιδρώσει. Γιατί εσύ ήσουν πάντα υπεράνω, σε ένοιαζαν άλλα πράγματα, δεν ήσουν σαν τους άλλους τους γελοίους εσύ… είχες τη δουλειά σου, τις υποχρεώσεις σου, τους φίλους σου, τη χαμηλή σου αυτοπεποίθηση -τρομάρα σου- που δε σε άφηνε ούτε καν να κοιτάξεις γύρω σου, όχι και να σκεφτείς ότι θα σε κοιτάξουν…!

Μόνο που, εκτός απ’ όλα αυτά, αγαπητέ μου lifealone, είχες και τη μοναξιά σου. Της οποίας της έκλεινες την πόρτα του μυαλού σου και την άφηνες απέξω, όπως άφησε απόψε απέξω ο κόκκινος διαβολάκος το λευκό αγγελάκι. Και σήμερα της άνοιξες. Ναι, ναι. Μόλις πριν από λίγο. Και τη βλέπεις. Τη βλέπεις και τρομάζεις. Γιατί η μοναξιά σου έχει μεγαλώσει πια με τον καιρό, κοτζάμ κοπέλα έχει γίνει, κι εσύ δεν ξέρεις πώς να τη διαχειριστείς, τι να την κάνεις, πώς να τη βάλεις στο μυαλό σου για να τη διώξεις ύστερα από τη ζωή σου. Θα ‘θελες να γύριζες τον χρόνο πίσω, είναι σίγουρο, αλλά μηχανή του χρόνου δεν υπάρχει. Αλλά, αν θέλεις και τη γνώμη μου εδώ που τα λέμε, δεν είναι εκεί -φαντάζομαι- το μυστικό. Τον χρόνο δεν τον γύρισε κανείς, άρα ούτε εσύ θα το πετύχεις. Αυτή που πρέπει να προσέξεις τώρα είναι η πλάτη σου. Αυτή να μη γυρίσεις! Πάλι. Γιατί θα την αφήσεις πίσω σου τη μοναξιά τη μεγαλοκοπέλα κι αυτή θα μεγαλώσει κι άλλο και θα γίνει πια κομμάτι της ζωής σου και θα συνηθίσει ο ένας τον άλλον και δε θα θέλετε μετά να αποχωριστείτε.

Διωξ’ την! Όχι, δε θα την πειράξει, σταμάτα τις ψεύτικες ευγένειες, σε παρακαλώ, δεν τις τρώω πια τις δικαιολογίες σου…! Και γιατί να την πειράξει άλλωστε; «Μοναξιά» τη λένε. Γιατί τη λένε «μοναξιά»; Γιατί είναι μόνη της. Και της αρέσει που είναι μόνη της. Το θέμα είναι ότι σε λίγο -και σένα που δε σ’ αρέσει τελικά- «μοναξιά» επίσης θα σε λένε! Χρόνης Παπαζήσης, ο επονομαζόμενος και Μοναξιάς! Διωξ’ την! Έχει τόσο ωραίες λέξεις η ελληνική γλώσσα για να σου βγάλουν ένα παρατσούκλι, μη διαλέγεις τη χειρότερη! Διωξ’ την! Βρες τη λέξη που σου κάνει και -να σου πω;- θα δεις ότι αυτή θα φύγει από μόνη της. Τέτοια είναι. Αντικοινωνική φυσικά. Άντε, τι κάθεσαι και τον κοιτάς; Τον τοίχο εννοώ! Σήκω και άνοιξε το λεξικό. Κουνήσου! Άνοιξε και ψάχνε λέξεις. Ψάχνε! Λέξεις! Όμορφες λέξεις! Χαρούμενες λέξεις! Λέξεις για δύο! Ψάχνε! Βρες τη δική σου, ντε! Βρες την! Βρες την εικόνα σου! Βρες αυτό που φαντάζεσαι για σένα! Βρες αυτό που δε βρήκες τόσα χρόνια! Βρες παρέα… μ’ ακούς; Μ’ ακούς;;; Βρες παρέαααααααααα!!!

Υ.Γ.: Μην πάρεις κανά πολύτομο όμως και το ξημερώσουμε… πιάσε ένα τσέπης… ό,τι είναι να γίνει, να το κάνεις σύντομα, μεγαλώνει η μοναξιά, λέμε, απέξω…