γράφει ο Γιώργος Μπίλιος

Έξω ο τόπος βράζει. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Προσπαθώ να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά και να γράψω. Κάτι όμορφο, κάτι αισιόδοξο. Χαμογελάω στον καθρέφτη μου μήπως και πάρω ιδέες, αλλά είναι μάταιο. Κι αυτός αντανακλά ένα χαμόγελο κάθε άλλο παρά αβίαστο. Σφιγμένο. Σαν τη γροθιά εκείνη που την προετοιμάζεις, όμως δεν είσαι και σίγουρος για τον παραλήπτη. Και τελικά την αφήνεις να χτυπήσει το τραπέζι με την ελάχιστη δυνατή δύναμη. Που δεν αφήνει «κόκκινες γραμμές» στο δέρμα σου. Κάτι σαν εσωτερική συνθηκολόγηση, συμφωνία ή άτακτη υποχώρηση.
Η πορεία της ζωής είναι γεμάτη γενναίες αποφάσεις και γενναίους συμβιβασμούς. Και η γενναιότητα της μίας δεν αφαιρεί γενναιότητα από την άλλη. Το να ακολουθείς τον έναν ή τον άλλο δρόμο δεν σε καθιστά επαναστάτη ή δειλό. Φτάνει να τον ακολουθείς μέσα από διαδικασίες που σε φέρνουν πιο κοντά στο φως. Τα σκοτάδια γίνονται φως μόνο μέσα από προσωπικό αγώνα. Δεν υπάρχει ηγέτης να πιστέψεις, αν δεν έχεις πιστέψει πρώτα στον εαυτό σου. Βέβαια όταν πάψεις να χτυπάς άψυχα τη γροθιά στο τραπέζι και τη σηκώσεις ψηλά μαζί με άλλους για τον ίδιο στόχο, την ίδια πορεία, την ίδια ουτοπία, αυτομάτως αυτό μεγεθύνεται και παίρνει άλλες διαστάσεις. Το «εγώ» γίνεται «εμείς» και το «εμείς» «ένα». Μεγάλο και αδιαίρετο.
Για δες λοιπόν στον δικό σου μικρόκοσμο που τόσο όμορφα έχεις περιχαρακώσεις τι είναι αυτό που σου λέει τι και πώς να το κάνεις; Το συμφέρον σου; Η τσέπη σου; Η οικογένειά σου; Ο διπλανός σου που υποφέρει;
Τι ψάχνεις από τη ζωή σου; Για ποιο πράγμα θα έδινες και τη ζωή σου;
Έχεις μιλήσει ποτέ σε ένα δέντρο; Σε μια πεταλούδα; Σε έναν ανθό; Στάθηκες κάποια στιγμή να ακούσεις τον ήχο των πουλιών που στοιβάζονται πάνω στα καλώδια; Χάιδεψες ένα σκυλί όταν σε κοίταζε με ανάγκη; Έδωσες το χέρι σου σε κάποιον που έχασε την ισορροπία του;

Μην κρύβεσαι στην αδυναμία σου. Γίνε άνθρωπος. Και η ελπίδα θα έρθει. Γιατί την προσκάλεσες. Δεν την αγόρασες όταν την ξεπουλούσαν. Κι ο κόσμος θα αλλάξει, θα το δεις. Γιατί πρώτα θα έχεις αλλάξει εσύ.