γράφει ο Γιώργος Μπίλιος

Το 2004 ο Πατάκης είχε προκηρύξει έναν διαγωνισμό διηγήματος με θέμα το μεταναστευτικό. Τότε, ήταν η πρώτη μου προσπάθεια να γράψω κάτι ολοκληρωμένο και η αλήθεια είναι ότι δυσκολεύτηκα ιδιαίτερα. Την ίδια εποχή η Ελλάδα, για πρώτη φορά, θα έστελνε αποστολή στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου Αστέγων. Αποφάσισα, λοιπόν, να βρω έναν μετανάστη άστεγο, να μιλήσω μαζί του και να δημιουργήσω μια μυθοπλασία γύρω από την ιστορία του.

Παρακολούθησα την προπόνηση των παιδιών στο Ρουφ και ξεχώρισα ένα μελαμψό, χαμογελαστό παιδί με σκυθρωπό βλέμμα. Δεν θυμάμαι αν τον λέγανε Ρεζά, Μοχάμεντ ή Γάλομ. Πολλά από τα παιδιά διαλέγουν το όνομα που θα σου πουν, για να σου είναι πιο οικείο. Ήταν από το Αφγανιστάν.

Η ιστορία που μου διηγήθηκε ήταν μια ιστορία σαν αυτές που ζούμε μέσα από τις εφημερίδες και τις τηλεοράσεις αυτές τις μέρες. Έφυγε κυνηγημένος, πέρασε δια πυρός και σιδήρου για να φτάσει σε μια Ελλάδα χωρίς κρίση, έχασε μέλη της οικογένειάς του και αποφάσισε να μείνει εδώ, ξεκινώντας από το μηδέν. Ράφτης το επάγγελμα. Αγαπούσε το ποδόσφαιρο και τον Ζιντάν. Ήταν ο παιδικός του ήρωας, μιας και παιδί μεταναστών κι αυτός, έκανε καριέρα, χωρίς να απεμπολήσει ποτέ την καταγωγή του. Ήταν περήφανος ο Ρεζά, γι’ αυτό. Για την καταγωγή του. Μιλούσε με αγάπη για την πατρίδα του, παρόλο που τον πλήγωσε.

Τελείωσα το διήγημά μου και τον αναζήτησα, εκεί στο στέκι των μεταναστών που τον είχα πρωτογνωρίσει. Δεν τον βρήκα. Άφησα όμως το δακτυλογραφημένο μου πόνημα για να του το δώσουν, αν ξαναπεράσει. Στεναχωρήθηκα λίγο. Έβαλα με το μυαλό μου άσχημα και περίεργα πράγματα, αλλά συνέχισα την καθημερινότητά μου.

Έπειτα από χρόνια αποφάσισα να κάνω κάποια μαθήματα στο Θέατρο των Αλλαγών. Μιλώντας με τους υπευθύνους σπουδών, μου είπαν ότι όσοι μαθητές της σχολής θέλουν κάνουν μαθήματα ελληνικών σε μετανάστες δωρεάν. Δήλωσα συμμετοχή χωρίς κανένα δισταγμό. Η διδασκαλία πάντα με εξίταρε. Άρχισα να ξεσκονίζω τη γραμματική μου, το συντακτικό, τη σύνδεση των λέξεων, τα ρήματα, τις προτάσεις, όλα. Μου φαινόταν πολύ περίεργο να προσπαθώ εγώ να διοχετεύσω γνώσεις σε αλλοεθνείς. Την πρώτη μέρα είχα πολύ άγχος.

Όταν μπήκα στην τάξη, τα παιδιά με κοιτούσαν σχεδόν με δέος. Έριξα μια ματιά και είδα ανθρώπους από την Αφρική, την Ασία, την Ινδία… Από παντού. Με μια φλόγα μέσα στα μάτια τους. Και μια άγνοια κινδύνου. Παρατηρώντας τις φάτσες των μαθητών μου, έπεσα πάνω σε κάτι που μου φαινόταν γνώριμο. Ένα μελαμψό, χαμογελαστό παιδί με σκυθρωπό βλέμμα. Ήταν αυτός. Η έκπληξή μου ήταν μεγάλη. Εκείνος με χαιρέτησε σαν να με αναγνώρισε. Η μία ώρα της διδασκαλίας έμοιαζε αιωνιότητα.

Όταν τελειώσαμε ήρθε να μου μιλήσει. Ήταν αυτός. Μου είπε ότι δουλεύει σε ένα εργοστάσιο με ρούχα και είναι χαρούμενος που ήρθε στην Ελλάδα.  Πριν φύγει μου είπε ότι ένας ακόμη λόγος που ήθελε να μάθει ελληνικά ήταν για να διαβάσει το διήγημά μου…

Έπειτα από 1 χρόνο τον έχασα πάλι. Ελπίζω να είναι κάπου εκεί ανάμεσά μας. Όπως ανάμεσά μας αξίζουν να είναι όλοι οι άνθρωποι που ζουν με αξιοπρέπεια και ψηλά το κεφάλι.