γράφει η Γιώτα Δημητριάδη

Ήταν Μεγάλη Πέμπτη 2 Μαΐου 2013  και ώρα 18.07.

Είναι φορές που τα λόγια φαντάζουν μικρά και οι φράσεις τετριμμένες για να περιγράψουν το μέγεθος και τη σπουδαιότητα του έργου ενός καλλιτέχνη, καθώς και το κενό που άφησε η απουσία του. Νομίζω λοιπόν, πως ό,τι και να γράψω για τον Λευτέρη Βογιατζή, σίγουρα θα είναι ελλιπές.

 Από το μυαλό μου περνούν σαν κινηματογραφικά πλάνα εικόνες, όπως εκείνη που έζησα τον Αύγουστο του 2012, μετά το τέλος της πρεμιέρας του Μολιερικού «Αμφιτρύωνα», όταν όλο το κοινό της Επιδαύρου όρθιο τον χειροκροτούσε με ενθουσιασμό, θέρμη και ευγνωμοσύνη και εκείνος υποκλινόταν βαθιά συγκινημένος με το χέρι στην καρδιά. Η συγκίνηση διαπερνούσε ακόμη και τις πέτρες του αργολικού θεάτρου.

Λίγα χρόνια πριν, στο Φεστιβάλ Αθηνών στην Πειραιώς, θα έτρεχε πανικόβλητος να διορθώσει τα προβλήματα στον ήχο του εξαιρετικού «Τόκου».

 Πλάνα από τις παραστάσεις του, που σκηνοθετούσε ή και πρωταγωνιστούσε:

«Το Σχολείο των γυναικών», με τις παραμυθένιες πινελιές του, το ονειρεμένο «Bella Venezia», οι εκπληκτικές «Δούλες», το συνταρακτικό σόλο του στην σκηνή με την «Ήμερη», το τόσο δυνατό « Ύστατο σήμερα», το εμπνευσμένο «Θερμοκήπιο», η ολόλαμπρη και λιτή « Αντιγόνη» διαδέχονται το ένα το άλλο, ως αναμνήσεις πλέον και με στοιχειώνουν.

 Για τον Λευτέρη Βογιατζή κάθε συγγραφέας, κάθε έργο ήταν άλλη μια συνάντηση, άλλος ένας κόσμος. Ανακάλυπτε τα πάντα από την αρχή, λέξη- λέξη για εκείνον η λεπτομέρεια ήταν η ουσία.

 Έλεγε: «Δεν υπάρχει τελειομανία. Η τελειομανία είναι κάτι στείρο… Η λεπτομέρεια είναι η ραχοκοκαλιά. Χωρίς τη λεπτομέρεια, το επίκεντρο, η βάση, δεν αποκτά φως. Το ένα είναι βοηθός του άλλου. Κάποτε μπορεί να έλεγα ασχολούμαι με λεπτομέρειες και χάνω την ουσία. Δεν υπάρχει αυτό. Σημασία έχει ο τρόπος που ασχολείσαι με ό,τι ασχολείσαι. Και όχι μια γενική εντύπωση του τι είναι σωστό και τι είναι καλό. Αυτά δεν ισχύουν στη δημιουργία ούτε στη διδασκαλία. Κάνουν κακό. Τα παιδιά συνηθίζουν σε μια ομαδοποίηση και όχι στην ατομικότητα. Κι εννοώ την ατομικότητα που δεν διαθέτει την έπαρση του “εγώ είμαι και κανείς άλλος δεν είναι”. Αντιθέτως. Δεν πρέπει να τονίζεται, αλλά να γίνεται. Και για να γίνει, θέλει ταλέντο…»(Βήμα)

 Οι ιστορίες για τις ατελείωτες πρόβες, που συχνά ξεπερνούσαν τη διάρκεια των παραστάσεων, έχουν λάβει μυθικές διαστάσεις.

 Το κοινό πάντα ήξερε ότι ποτέ δεν ήταν σίγουρη η ημερομηνία της πρεμιέρας που ανακοίνωνε. Γιατί πάντα κάτι θα ήθελε να διορθώσει ο Λευτέρης Βογιατζής, κάτι να ξαναδεί. «Μου αρέσουν περισσότερο οι πρόβες από την παράσταση. Όλη αυτή η διαδικασία της ανακάλυψης. Σε ενδιαφέρει να δεις πού βρίσκεσαι, τι κάνεις, τι κάνουν οι άλλοι. Να αποκτήσεις αυτή την ευχαρίστηση που είναι μια πολύ μυστήρια έννοια, εφόσον μπορεί να τη νιώθουν και οι ατάλαντοι. Τι σημαίνει, όμως, ευχαρίστηση; Το ότι μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε; Όμως όχι, δεν μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε – και τότε ακριβώς είμαστε πραγματικά ελεύθεροι. Αλλιώς, είμαστε ασύδοτοι» (Lifo).

 Ενώ ένα παρελθόν παραστάσεων, που δεν πρόλαβα να παρακολουθήσω, προσπαθώ μάταια, να το αποκρυπτογραφήσω από αφηγήσεις και οπτικοακουστικό υλικό. Πώς να ζωντανέψουν όμως έτσι: «Η Σπασμένη στάμνα», «Οι Αγροίκοι», «Συμφορά από το πολύ μυαλό», «Σε φιλώ στη μούρη…», «Με δύναμη από την Κηφισιά», «Ο Μισάνθρωπος», « Η Ελένη», «Η νύχτα της κουκουβάγιας», το «Τέφρα και σκιά», το «Καθαροί πια»(πρώτος διδάξας της Σάρα Κέιν στο ελληνικό κοινό), «Λαχταρώ» και το «Σ’ εσάς που με ακούτε»;

Το δεύτερο ανέβασμα του «Θερμοκηπίου» δεν το είδα, ήθελα να το θυμάμαι μ’ εκείνον στη σκηνή.

Θυμάμαι στο αφιέρωμα στη μνήμη του, το ντοκιμαντέρ «Γυμνά Χέρια»του Σκεύα και τον Λευτέρη Βογιατζή μέσα σ’ έναν χώρο απροσδιόριστο να φαντάζεται τον Μητρόπουλο και να ταυτίζεται μαζί του.

 Πόσο ενθουσιασμό είχαμε νιώσει στην αναγγελία του ανεβάσματος του «Οιδίποδα Τυράννου» του Σοφοκλή; Μια παράσταση, που ο καρκίνος δεν τον άφησε ποτέ να ανεβάσει στον κλειστό χώρο, που την είχε ονειρευτεί.

Θυμάμαι το τελευταίο του κινηματογραφικό πλάνο, στη «Λιμουζίνα» του Ν. Παναγιωτόπουλου, μ’ αυτό το αινιγματικό βλέμμα.

 Διότι, παρότι άνθρωπος του θεάτρου, δεν γύρισε την πλάτη στον κινηματογράφο. Εμφανίστηκε στις ταινίες «Περιπλάνηση» του Χ. Χριστοφή, «Μια θέση στο παράθυρο» της Μ. Νικολακοπούλου, «Ανατολική περιφέρεια» του Β. Βαφέα, «Μελόδραμα», «Βαριετέ», «Ονειρεύομαι τους φίλους μου», «Τα οπωροφόρα της Αθήνας», «Αθήνα-Κωνσταντινούπολη», «Η γυναίκα που έβλεπε όνειρα» όλες του Νίκου Παναγιωτόπουλου, «Ακροπόλ» του Παντελή Βούλγαρη.

 Για τον θάνατο είχε πει :«Νομίζω ότι αυτό που φοβάμαι σε σχέση με τον θάνατο είναι ότι δεν θα ξαναδώ, δεν θα ξανασυναντήσω, δεν θα ξανααισθανθώ πράγματα που είναι συνδεδεμένα με το βαθύτερο είναι μου. Τη φύση, τους ανθρώπους μου, που έτσι κι αλλιώς έχουν αρχίσει να χάνονται. Τους δικούς μου, τη μητέρα μου, τον πατέρα μου και τον αδερφό μου, που τους έχασα μέσα σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα»(Ι. Μπλάτσου)

 Και ξαφνικά το φιλμ του μυαλού παγώνει, με τη σορό του στο κέντρο του σκηνικού του θεάτρου της «Οδού Κυκλάδων», έναν προβολέα να φωτίζει το τζαμένιο σκέπασμα. Εκείνος, όμως, είναι πάλι συνεπής στον ρόλο του ερμηνευτή, ντυμένος με το κουστούμι του Τίνκερ από το έργο της Σάρα Κέιν «Καθαροί πια» και το μουστάκι του Ρουτ, του τελευταίου του ρόλου από το «Θερμοκήπιο». Από το καμαρίνι του ακούγεται κλασική μουσική.

 Λίγες ώρες αργότερα στην κηδεία του, στο Α’ νεκροταφείο Αθηνών, δεν θα ακούγεται τίποτα … Το πλήθος βουβό ακολουθεί τη σορό, χωρίς επικήδειους, όπως ο ίδιος επιθυμούσε. Θα έλεγε κανείς πως είχε σκηνοθετήσει το τέλος με πρωταγωνίστρια τη Σιωπή…

 Ήταν Μεγάλη Πέμπτη 2 Μαΐου 2013  και ώρα 18.07, το ελληνικό θέατρο ορφάνεψε.

 Πηγή Φωτογραφίας: https://www.facebook.com/lefterisvoyatzis?fref=ts (Φωτογράφος: Γιάννης Βαρουχάκης)

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του κειμένου ολική ή μερική, χωρις την αναφορά της πηγής και του συντάκτη. (www.citycodemag.com , συντάκτης: Γιώτα Δημητριάδη) Για τα πνευματικά δικαιώματα της φωτογραφίας φωτογραφία του Γιάννη Βαρουχάκη(2012). Απαγορεύεται οποιαδήποτε αναδημοσίευση χωρίς την αναφορά της πηγής και του φωτογράφου. Στη φωτογραφία ο Λευτέρης Βογιατζής με τον γάτο του Φανερούλη. Πηγή: Αρχείο Λευτέρη Βογιατζή (Facebook)