Εγκαίνια: Tρίτη 28 Απριλίου 2015, ώρα 19.30
ΠΕΡΙΤΕΧΝΩΝ ΚΑΡΤΕΡΗΣ: ΗΡΟΔΟΤΟΥ 5 / ΚΟΛΩΝΑΚΙ

«Ένας χαμηλός λόφος, πεζούλες που κατεβαίνουν κυματιστά, ξερολιθιές που δείχνουν τα όρια των χωραφιών, ένας δρόμος που σβήνει και χάνεται μες στο τοπίο, κυπαρίσσια, ελιές και πεύκα, και δυο μικρά άσπρα ξωκλήσια, τα “κτίσματα του θεού”, κάτω από έναν ουρανό που στην άκρη του ορίζοντα είναι γαλάζιος και σκοτεινιάζει ανεβαίνοντας μέχρι το σκούρο μπλε του κοβαλτίου. Λαμπερά κίτρινα που έχουν κρατήσει τη θερμότητα του καλοκαιριού, θαλερά πράσινα των δένδρων και των θάμνων, ανοιχτά καφέ της χέρσας γης που σκουραίνουν και πυκνώνουν στις πέτρες της ξερολιθιάς. Τοπίο της Σίφνου, χωρίς σκιές, έξω από το χρόνο, λάμπει από το φως που βγαίνει από μέσα του και απλώνεται παντού. Τοπίο ακατοίκητο, χωρίς καμιά ανθρώπινη φιγούρα, μόνο με τα σημάδια της παρουσίας των ανθρώπων.

eleftheriadi c

Αυτή η περιγραφή ενός από τα έργα της Νίκης Ελευθεριάδη δίνει πολύ καθαρά το στίγμα της τελευταίας δουλειάς της και τα βασικά μοτίβα που συνθέτουν την έκθεση “Μικρά τοπία”. Αυτά τα τοπία δεν είναι ποτέ ρεαλιστικά, δεν απεικονίζουν συγκεκριμένους τόπους, αν και η αρχική εικόνα προέρχεται από έναν τόπο που είτε αποτυπώθηκε στη μνήμη, είτε απαθανατίστηκε σε μια φωτογραφία που τραβήχτηκε από τη Νίκη ή από άλλον φωτογράφο. Το έργο που προκύπτει από το αρχικό ερέθισμα είναι μια σύνθεση της μνήμης και της φαντασίας που διατυπώνει εικαστικά τον διάλογο της Νίκης με το τοπίο. Με αυτό τον τρόπο, το τοπίο μεταμορφώνεται σε έκφραση της ψυχής του δημιουργού και αποκτά σημασίες που μεταφορικά παραπέμπουν σε συναισθήματα, σε επιθυμίες, σε βιώματα και μνήμες, σε προσδοκίες και ματαιώσεις.

Τα έρημα τοπία της Νίκης είναι όμορφα χωρίς να νοιάζονται αν κάποιος τα βλέπει, όπως το τριαντάφυλλο στο περίφημο δίστιχο του Angelus Silesius: “το ρόδο δεν έχει γιατί, ανθίζει επειδή ανθίζει / δεν νοιάζεται για τον εαυτό του, δεν ρωτά, αν κάποιος το βλέπει”1.  “Χωρίς γιατί” δεν σημαίνει βέβαια “χωρίς λόγο”. Άλλο είναι το ουσιαστικό νόημα του δίστιχου. Ο άνθρωπος στο πιο μυστικό βάθος τού είναι του δεν είναι αληθινός παρά μόνον αν είναι, με τον δικό του τρόπο, σαν το ρόδο – χωρίς γιατί. Στην καθημερινή του ζωή, ο άνθρωπος συχνά, με την άκρη του ματιού του, παρακολουθεί τα αποτελέσματα της δράσης του στον κόσμο, παρατηρεί τι σκέφτεται ο κόσμος γι’ αυτόν και τι περιμένει από αυτόν. Αναζητά το “γιατί” που δίνει λόγο για την ύπαρξή του μέσα στις εντολές και τις αποκρίσεις που του δίνει ο κόσμος του. Αλλά το ρόδο είναι “χωρίς γιατί”, ανθίζει επειδή ανθίζει, το άνθισμά του είναι ένα πηγαίο άνοιγμα.
eleftheriadi d

Έχω τη γνώμη ότι τα τοπία της Νίκης, αυτής της “ασπούδαχτα σπουδασμένης” όπως σωστά παρατηρεί ο Χ. Μπότσογλου, έχουν την ίδια υφή και την ίδια εκφραστική δύναμη. Τα μοτίβα, το χρώμα, το σχέδιο και το νόημα της εικόνας συνθέτουν μια ενότητα πειστική και συνεπή που συνιστά το προσωπικό ύφος της. Μέσα σε αυτό παίρνουν μορφή και υπόσταση τα στοιχεία της λαϊκής και προσωπικής μυθολογίας -τα λαγήνια και τα αγκάθια που παραπέμπουν στη ζωγραφική του πατέρα της, του Τάκη Ελευθεριάδη- η αγάπη της για τη θάλασσα και τα δέντρα, η αισθησιακή σχέση της με τον τόπο και τα πράγματα που διατηρεί τη θερμότητα της άμεσης σωματικής επαφής.

Η Νίκη δεν ζωγραφίζει ποτέ στην ύπαιθρο, βάζοντας το καβαλέτο στο φυσικό χώρο, μια ορισμένη ώρα, σε ένα σημείο με ωραία θέα. Και ποτέ δεν αναπαριστάνει πιστά αυτό που βλέπει. Το τοπίο δουλεύεται στο εργαστήριο και είναι μια σύνθεση που εκφράζει μάλλον ψυχικές καταστάσεις, παρά απεικονίζει έναν πραγματικό κόσμο. Στο έργο που ονομάζει την τοποθεσία -Άγιος Στέφανος- ένα μοναχικό πεύκο, λυγισμένο από τον άνεμο, μέσα σε κίτρινα χορτάρια και χαμηλούς θάμνους, αγναντεύει μια θάλασσα κατάστικτη από τον αφρό των κυμάτων και ένα νησί που μοιάζει ακατοίκητο. Μια παραλία στην Κω, ένα σπίτι πλάι στη θάλασσα με τη μπουγάδα απλωμένη να στεγνώνει στον άνεμο, την αυλή οριοθετημένη με ασβεστωμένα στρογγυλά λιθάρια, μοιάζουν να περιμένουν αυτούς που θα τα κατοικήσουν. Έρημοι τόποι, μοναχικοί και απροστάτευτοι. Εικόνες μοναξιάς, νοσταλγίας, προσμονής και απαντοχής. Αλλά τόποι ανοιχτοί, σαν αγκαλιές, τόποι του πεύκου και του κυπαρισσιού, σημαδεμένοι από όμορφα μαβιά ή γκριζόασπρα γαϊδουράγκαθα.

Τόποι του ονείρου και της φαντασίας που κάποτε γίνονται ανοίκειοι, περίκλειστοι και φοβεροί. Σε ένα άλλο έργο, ζωγραφισμένο στην τραχιά επιφάνεια μιας πλάκας, το ίδιο πεύκο του Άγιου Στέφανου, πάλι λυγισμένο, αλλά τώρα από την άλλη μεριά, στέκει όρθιο σε έναν τόπο κακοτράχαλο που κόβεται από σκοτεινούς όγκους και κλείνεται από μια πυκνή σειρά αχνά γκρίζα κυπαρίσσια που δεν αφήνουν κανένα άνοιγμα.

Δυο έργα που συνδέουν τα “Μικρά τοπία” με την προηγούμενη δουλειά της Νίκης δείχνουν τη λυγερή γυναίκα με λευκό μακρύ φόρεμα και την πλάτη γυρισμένη στο θεατή να ρεμβάζει ολομόναχη το τοπίο. Στο ένα στέκεται σε ένα σημείο πιο ψηλά και αγναντεύει ένα τοπίο με χαμηλούς λόφους και χωράφια χωρισμένα από θάμνους, κομμένο στα δυο από ένα δρόμο με κυπαρίσσια που σέρνεται σαν φίδι και χάνεται στο βάθος του ορίζοντα. Στο άλλο, η ίδια φιγούρα, σε μια βεράντα που κρέμεται στο πουθενά και ορίζεται από περίτεχνα κάγκελα αρτ-ντεκό και μαύρα γαϊδουράγκαθα, ατενίζει τη μεγάλη μαύρη κηλίδα της Καμένης στη Σαντορίνη, κάτω από έναν συννεφιασμένο και βαρύ ουρανό που το λευκό και το ρόδινο στη γραμμή του ορίζοντα γυρίζει πιο ψηλά στο γκρίζο και το μαύρο. Η κόρη δεν φαίνεται να περιμένει κάτι που θα φανεί, αλλά σαν να ετοιμάζεται να φύγει και να χαθεί μες στο τοπίο. Ή μάλλον να γίνει ένα με το τοπίο, να του δώσει το σώμα και την ψυχή της, και να το μεταμορφώσει σε εικόνα του εαυτού της.
Χ. Γ. Λάζος
Κριτικός-Συγγραφέας
1.  “Die Rose ist ohne Warum, sie blühet weil sie blühet / Sie achtet nicht ihrer selbst, fragt nicht, ob man sie siehet”, Angelus Silesius, Cherubinischer Wandersmann, 1, 289.
 2.  M. Heidegger, Der Satz vom Grund, γαλ. μετ. A. Préau, Gallimard, 1962, σ. 107-108.»